Γενικοί Όροι και Προϋποθέσεις Πώλησης
1. Ταυτότητα και λειτουργία του ηλεκτρονικού καταστήματος
Το ηλεκτρονικό κατάστημα λειτουργεί μέσω της διαδικτυακής διεύθυνσης που αναγράφεται στην παρούσα ιστοσελίδα και παρέχει στους επισκέπτες τη δυνατότητα ενημέρωσης, επιλογής και αγοράς των προϊόντων που παρουσιάζονται στον ηλεκτρονικό του κατάλογο, σύμφωνα με τους παρόντες Γενικούς Όρους και Προϋποθέσεις και τις εφαρμοστέες διατάξεις της ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Η νόμιμη επωνυμία του Πωλητή, η εμπορική ονομασία, η έδρα, τα στοιχεία επικοινωνίας, τα στοιχεία φορολογικής ταυτοποίησης και οι λοιπές πληροφορίες που απαιτούνται από την εφαρμοστέα νομοθεσία αναγράφονται στη σελίδα «Νομικές Πληροφορίες και Στοιχεία Πωλητή», η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για την ταυτοποίηση του πραγματικού φορέα που πραγματοποιεί τις συναλλαγές.
Η χρήση συγκεκριμένης εμπορικής ονομασίας, διακριτικού τίτλου ή διαδικτυακής διεύθυνσης δεν δημιουργεί αυτοτελώς διαφορετική νομική προσωπικότητα ούτε μεταβάλλει την ταυτότητα του πραγματικού συμβαλλόμενου Πωλητή.
Ο Πελάτης έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται για τα στοιχεία της επιχείρησης πριν από την υποβολή της παραγγελίας του και να χρησιμοποιεί τα δημοσιευμένα μέσα επικοινωνίας για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά τη συναλλαγή του.
2. Πραγματικός συμβαλλόμενος και ευθύνη πωλητή
Πωλητής θεωρείται η επιχείρηση που προσφέρει τα προϊόντα προς πώληση, συνάπτει τη σύμβαση με τον Πελάτη και αναλαμβάνει την υποχρέωση εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από την παραγγελία και από τα σχετικά συμβατικά και φορολογικά στοιχεία.
Η ευθύνη για την εκτέλεση της σύμβασης, την παράδοση των συμφωνημένων προϊόντων, την εφαρμογή των δικαιωμάτων του καταναλωτή και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία βαρύνει τον πραγματικό συμβαλλόμενο Πωλητή.
Εάν για την εξυπηρέτηση της συναλλαγής χρησιμοποιούνται υπηρεσίες τρίτων, όπως τεχνικοί πάροχοι, εταιρείες μεταφοράς, πάροχοι πληρωμών ή εξωτερικοί συνεργάτες, η συμμετοχή τους δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεταβίβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του Πωλητή προς τον Πελάτη.
Η κατανομή ευθυνών μεταξύ του Πωλητή και των τρίτων συνεργατών του ρυθμίζεται από τις μεταξύ τους πραγματικές συμβατικές σχέσεις και την εφαρμοστέα νομοθεσία, χωρίς να περιορίζονται δικαιώματα που ο Πελάτης μπορεί να ασκήσει νόμιμα έναντι του Πωλητή.
3. Διαχωρισμός εμπορικής δραστηριότητας και τεχνικής διαχείρισης
Η ανάπτυξη, συντήρηση, φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη ή διαχείριση του ηλεκτρονικού καταστήματος μπορεί να πραγματοποιείται από τρίτους παρόχους ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, οι οποίες ενεργούν στο πλαίσιο των υπηρεσιών που τους έχουν ανατεθεί.
Η τεχνική διαχείριση της ιστοσελίδας δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι ο αντίστοιχος πάροχος αποκτά την ιδιότητα του Πωλητή ή αναλαμβάνει αυτομάτως τις εμπορικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις αγοράς των προϊόντων.
Αντίστοιχα, η επιχείρηση που πραγματοποιεί τις πωλήσεις δεν απαλλάσσεται από τις νόμιμες υποχρεώσεις της έναντι των Πελατών λόγω της ανάθεσης συγκεκριμένων τεχνικών ή υποστηρικτικών λειτουργιών σε τρίτους.
Κάθε εμπλεκόμενος φορέας ευθύνεται σύμφωνα με τον πραγματικό ρόλο του, τις συμβατικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και τις διατάξεις που εφαρμόζονται στη δραστηριότητά του.
Οι πληροφορίες που παρέχονται στον Πελάτη πρέπει να επιτρέπουν την αναγνώριση του πραγματικού Πωλητή και να μην δημιουργούν σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα της επιχείρησης που αναλαμβάνει την εκτέλεση της παραγγελίας.
4. Εμπορική ονομασία, διακριτικός τίτλος και νόμιμη επωνυμία
Το ηλεκτρονικό κατάστημα μπορεί να χρησιμοποιεί εμπορική ονομασία, διακριτικό τίτλο, λογότυπο ή διαδικτυακή διεύθυνση που διαφέρουν από τη νόμιμη επωνυμία του φορέα που πραγματοποιεί τις πωλήσεις.
Η χρήση των συγκεκριμένων στοιχείων αποσκοπεί στην εμπορική αναγνώριση του καταστήματος και δεν μεταβάλλει τη νομική ταυτότητα της επιχείρησης ούτε δημιουργεί από μόνη της διαφορετικό συμβαλλόμενο μέρος.
Τα δικαιώματα επί των εμπορικών ονομασιών, των διακριτικών γνωρισμάτων, των λογοτύπων και των λοιπών προστατευόμενων στοιχείων ανήκουν στους αντίστοιχους νόμιμους δικαιούχους τους.
Οποιαδήποτε χρήση εμπορικού σήματος τρίτου για την αναγνώριση προϊόντων δεν συνεπάγεται αυτομάτως επίσημη αντιπροσώπευση, εξουσιοδοτημένη διανομή, εμπορική συνεργασία ή άλλου είδους συμβατική σχέση με τον δικαιούχο του σήματος.
Ο Πελάτης μπορεί να ανατρέχει στα δημοσιευμένα στοιχεία του Πωλητή προκειμένου να διαπιστώσει την ταυτότητα της επιχείρησης με την οποία πραγματοποιεί τη συναλλαγή του.
5. Κοινή τεχνική υποδομή και δίκτυο ηλεκτρονικών καταστημάτων
Το ηλεκτρονικό κατάστημα μπορεί να χρησιμοποιεί κοινή τεχνική υποδομή, κεντρικά πληροφοριακά συστήματα, υπηρεσίες φιλοξενίας, λογισμικό διαχείρισης προϊόντων ή άλλες υποστηρικτικές λειτουργίες που χρησιμοποιούνται και από διαφορετικές ηλεκτρονικές επιχειρήσεις.
Η ύπαρξη κοινών τεχνικών υπηρεσιών, παρόμοιου σχεδιασμού, κοινών προμηθευτών ή αντίστοιχων εμπορικών καταλόγων δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι όλα τα ηλεκτρονικά καταστήματα αποτελούν ενιαία νομική οντότητα ή ότι κάθε επιχείρηση αναλαμβάνει αυτομάτως τις υποχρεώσεις των υπολοίπων.
Ο πραγματικός φορέας κάθε συναλλαγής προσδιορίζεται από τη νόμιμη ταυτότητα της επιχείρησης που πραγματοποιεί την πώληση, τα στοιχεία που παρέχονται στον Πελάτη και τις πραγματικές συμβατικές σχέσεις που συνδέονται με τη συγκεκριμένη αγορά.
Εφόσον περισσότερα καταστήματα λειτουργούν από τον ίδιο Πωλητή, οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματική οργανωτική και νομική κατάσταση της επιχείρησης.
Οι παρόντες όροι δεν δημιουργούν από μόνοι τους ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα για κάθε διαδικτυακή διεύθυνση ούτε μπορούν να αποκλείσουν ευθύνη που απορρέει από υποχρεωτικές νομοθετικές διατάξεις ή την πραγματική σχέση των εμπλεκόμενων μερών.
6. Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής των Γενικών Όρων
Οι παρόντες Γενικοί Όροι και Προϋποθέσεις διέπουν την πρόσβαση και χρήση του ηλεκτρονικού καταστήματος, την παρουσίαση των προϊόντων, τη διαδικασία υποβολής και αποδοχής παραγγελιών, την ολοκλήρωση των πληρωμών, την παράδοση των αγαθών και τις λοιπές συμβατικές σχέσεις που απορρέουν από τις συναλλαγές μεταξύ Πωλητή και Πελάτη.
Οι ειδικότερες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διαδικασία παραγγελίας, οι πραγματικοί όροι της συγκεκριμένης συναλλαγής και οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόζονται στην αντίστοιχη αγορά λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Όπου υφίστανται ειδικοί όροι για συγκεκριμένο προϊόν, υπηρεσία ή εμπορική συναλλαγή, αυτοί πρέπει να γνωστοποιούνται στον Πελάτη πριν από τη σύναψη της αντίστοιχης σύμβασης.
Οι παρόντες όροι δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως γενική παραίτηση από νόμιμα δικαιώματα ούτε ως δυνατότητα μονομερούς μεταβολής ήδη συμφωνημένων ουσιωδών όρων της συναλλαγής.
7. Ιδιότητα καταναλωτή και εφαρμοστέα προστασία
Για τους σκοπούς των παρόντων όρων, η ιδιότητα του καταναλωτή προσδιορίζεται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία και τον πραγματικό σκοπό για τον οποίο πραγματοποιείται η συγκεκριμένη συναλλαγή.
Φυσικό πρόσωπο που αγοράζει προϊόντα για σκοπούς εκτός της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του μπορεί να υπάγεται στο αντίστοιχο καθεστώς προστασίας του καταναλωτή, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η ιδιότητα του καταναλωτή δεν αποκλείεται αυτομάτως λόγω της ποσότητας των προϊόντων που παραγγέλλονται, της επιλογής συγκεκριμένου τρόπου πληρωμής ή άλλου μεμονωμένου χαρακτηριστικού της συναλλαγής.
Ο Πωλητής εφαρμόζει τις υποχρεωτικές διατάξεις που αφορούν τις εξ αποστάσεως πωλήσεις, την ενημέρωση του καταναλωτή, την παράδοση, την υπαναχώρηση και τη συμμόρφωση των αγαθών, στον βαθμό που αυτές εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Οποιαδήποτε συμβατική πρόβλεψη αντίκειται σε υποχρεωτικό δικαίωμα του καταναλωτή αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις συνέπειες που προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο.
8. Επαγγελματικές συναλλαγές και πωλήσεις B2B
Οι συναλλαγές με επιχειρήσεις, επαγγελματίες και λοιπούς αγοραστές που ενεργούν στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας μπορούν να διέπονται από ειδικούς εμπορικούς όρους, συμφωνίες χονδρικής, ατομικά συμφωνημένες τιμές και ιδιαίτερες διαδικασίες παραγγελίας και παράδοσης.
Οι ειδικοί αυτοί όροι πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια και να γνωστοποιούνται ή να συμφωνούνται με τον επαγγελματία αγοραστή κατάλληλα πριν από την ανάληψη των αντίστοιχων συμβατικών υποχρεώσεων.
Η πραγματική επαγγελματική ιδιότητα του αγοραστή και ο σκοπός της συγκεκριμένης συναλλαγής λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου συμβατικού καθεστώτος.
Οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων μπορεί να περιλαμβάνουν ιδιαίτερες συμφωνίες σχετικά με τις ποσότητες, τις προθεσμίες παράδοσης, τον τρόπο εξόφλησης, την εμπορική πίστωση, τις μεταφορές, τον εκτελωνισμό και την κατανομή συγκεκριμένων οικονομικών κινδύνων, εφόσον αυτές επιτρέπονται από το εφαρμοστέο δίκαιο.
Οι ειδικές συμφωνίες B2B δεν τροποποιούν αυτομάτως τους όρους άλλων συναλλαγών ούτε μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον αποκλεισμό δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται υποχρεωτικά σε πρόσωπα που ενεργούν ως καταναλωτές.
9. Ενημέρωση και αποδοχή των Γενικών Όρων
Ο Πελάτης καλείται να διαβάσει τους παρόντες Γενικούς Όρους και Προϋποθέσεις πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας του, ώστε να ενημερωθεί για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της συναλλαγής, τις διαδικασίες εκτέλεσής της και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Το ηλεκτρονικό κατάστημα πρέπει να παρέχει κατάλληλη δυνατότητα πρόσβασης στους όρους κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς, χωρίς να εξαρτά την ενημέρωση του Πελάτη από δυσανάλογα τεχνικά ή διαδικαστικά εμπόδια.
Όπου απαιτείται η ρητή αποδοχή των όρων, η σχετική διαδικασία πρέπει να επιτρέπει στον Πελάτη να εκφράζει την αποδοχή του με σαφή τρόπο και να συνδέεται με την έκδοση των όρων που του γνωστοποιήθηκε.
Η επιχείρηση μπορεί να διατηρεί τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αποδοχή των όρων, τη χρονική στιγμή υποβολής της παραγγελίας και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η αποδοχή των παρόντων όρων δεν συνιστά παραίτηση του Πελάτη από υποχρεωτικά δικαιώματα ούτε καθιστά εφαρμοστέα διάταξη που είναι άκυρη ή καταχρηστική σύμφωνα με τον νόμο.
10. Ισχύουσα έκδοση των όρων και αποδεικτικά στοιχεία
Για κάθε συναλλαγή εφαρμόζονται οι συμβατικοί όροι που τέθηκαν κατάλληλα υπόψη του Πελάτη κατά τη σύναψή της, σε συνδυασμό με τις ειδικές συμφωνίες που αφορούν τη συγκεκριμένη παραγγελία και τις εφαρμοστέες υποχρεωτικές νομοθετικές διατάξεις.
Η επιχείρηση πρέπει να οργανώνει κατάλληλο σύστημα καταγραφής των εκδόσεων των όρων, ώστε να μπορεί να προσδιορίζει το περιεχόμενο που ήταν διαθέσιμο κατά τον χρόνο πραγματοποίησης μιας συναλλαγής.
Η μεταγενέστερη δημοσίευση τροποποιημένων όρων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι νέοι όροι εφαρμόζονται αναδρομικά σε ήδη συναφθείσες συμβάσεις.
Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με το περιεχόμενο των όρων που συμφωνήθηκαν, μπορούν να εξετάζονται τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών της παραγγελίας, των σχετικών ηλεκτρονικών επιβεβαιώσεων και της αντίστοιχης αποθηκευμένης έκδοσης των όρων.
Η διατήρηση και χρήση των στοιχείων αυτών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις της επιχείρησης και τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.
11. Αντικατάσταση προμηθευτή και διατήρηση των συμφωνημένων χαρακτηριστικών του προϊόντος
Ο Πωλητής δύναται να προμηθεύεται γνήσια προϊόντα από διαφορετικούς νόμιμους προμηθευτές, εφόσον η συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα επιτρέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία και τηρούνται οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τη διάθεση των αντίστοιχων αγαθών.
Η αλλαγή προμηθευτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεταβολή του προϊόντος που έχει συμφωνηθεί με τον Πελάτη.
Ο Πωλητής οφείλει να διασφαλίζει ότι το παραδιδόμενο αγαθό ανταποκρίνεται στη συμφωνημένη εμπορική ταυτότητα, στην έκδοση, στην ποσότητα και στα λοιπά ουσιώδη χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η προμήθεια του ίδιου γνήσιου προϊόντος από διαφορετική νόμιμη εμπορική πηγή δεν δημιουργεί από μόνη της υποχρέωση αλλαγής της συμφωνημένης τιμής ή άλλου ουσιώδους όρου.
Εάν, αντίθετα, η αλλαγή προμηθευτή συνεπάγεται μεταβολή του ίδιου του προϊόντος ή άλλου συμφωνημένου χαρακτηριστικού, εφαρμόζονται οι κανόνες που διέπουν τη συγκεκριμένη τροποποίηση της σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5–7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών και άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 σχετικά με την εξάντληση δικαιωμάτων επί εμπορικών σημάτων.
12. Ανθρώπινη επανεξέταση σημαντικών αυτοματοποιημένων αποφάσεων
Όταν η επιχείρηση χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένα συστήματα για την αξιολόγηση συναλλαγών, την πρόληψη απάτης, την παροχή εμπορικής πίστωσης ή άλλες λειτουργίες που μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά φυσικά πρόσωπα, οφείλει να εξετάζει τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη επεξεργασία.
Εφόσον συγκεκριμένη απόφαση βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και παράγει έννομα αποτελέσματα ή επηρεάζει το πρόσωπο με αντίστοιχα σημαντικό τρόπο, εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 22 του ΓΚΠΔ.
Όταν η λήψη τέτοιας απόφασης επιτρέπεται βάσει νόμιμης εξαίρεσης, η επιχείρηση οφείλει να εφαρμόζει τις αντίστοιχες εγγυήσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία.
Η ανθρώπινη επανεξέταση πρέπει να αποτελεί πραγματική δυνατότητα ουσιαστικής εξέτασης των περιστατικών, όταν αυτή απαιτείται, και όχι απλή τυπική επιβεβαίωση της αρχικής αυτοματοποιημένης απόφασης.
Η χρήση αλγορίθμου δεν παρέχει γενικό δικαίωμα αυθαίρετου αποκλεισμού Πελάτη από ήδη συναφθείσα σύμβαση ή περιορισμού υποχρεωτικών δικαιωμάτων του.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13–15 και 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
13. Παράδοση σε τρίτο πρόσωπο που έχει οριστεί από τον Πελάτη
Ο Πελάτης δύναται να ορίζει διαφορετικό πρόσωπο ως παραλήπτη των αγαθών, όταν αυτό επιτρέπεται από τη συγκεκριμένη σύμβαση και τη διαθέσιμη υπηρεσία μεταφοράς.
Η σχετική επιλογή πρέπει να προσδιορίζεται με επαρκή σαφήνεια, ώστε ο Πωλητής και ο μεταφορέας να μπορούν να αναγνωρίζουν τον συμφωνημένο παραλήπτη και τον προβλεπόμενο τόπο παράδοσης.
Όταν τα αγαθά παραδίδονται σε τρίτο πρόσωπο που έχει οριστεί από τον καταναλωτή και το πρόσωπο αυτό δεν είναι ο μεταφορέας, η μεταβίβαση του κινδύνου εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Η απλή παρουσία τρίτου προσώπου στη διεύθυνση παράδοσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι το πρόσωπο αυτό είχε οριστεί από τον Πελάτη ως νόμιμος παραλήπτης.
Εάν η παραλαβή αμφισβητείται, ο Πωλητής εξετάζει τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν κατά την παραγγελία, τα διαθέσιμα αποδεικτικά παράδοσης και τις πραγματικές περιστάσεις.
Ο Πωλητής δεν δύναται να αποκλείει γενικά την ευθύνη του επικαλούμενος ότι το δέμα παραδόθηκε σε οποιοδήποτε πρόσωπο βρισκόταν στην αναγραφόμενη διεύθυνση, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα να ζητεί από τον μεταφορέα πρόσθετα νόμιμα διαθέσιμα στοιχεία για την εξακρίβωση της πραγματικής παράδοσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τη φυσική κατοχή των αγαθών από τον καταναλωτή ή τρίτο πρόσωπο που έχει οριστεί από αυτόν.
14. Παράδοση σε σημείο παραλαβής, αυτόματη θυρίδα ή άλλη συμφωνημένη εγκατάσταση
Ο Πωλητής δύναται να προσφέρει υπηρεσίες παράδοσης σε κατάστημα μεταφορέα, σημείο παραλαβής, αυτόματη θυρίδα ή άλλη εγκατάσταση που υποστηρίζεται από την επιλεγμένη υπηρεσία μεταφοράς.
Ο Πελάτης ενημερώνεται για τις ουσιώδεις προϋποθέσεις χρήσης της συγκεκριμένης υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων του τρόπου παραλαβής, της διαθέσιμης περιόδου φύλαξης και των πραγματικών διαδικασιών που εφαρμόζει ο μεταφορέας.
Η άφιξη του δέματος σε σημείο παραλαβής δεν συνεπάγεται αυτομάτως, σε κάθε περίπτωση, ότι ο καταναλωτής έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών ή ότι έχει πραγματοποιηθεί η νόμιμη μεταβίβαση του κινδύνου.
Η αξιολόγηση της παράδοσης πραγματοποιείται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύμβαση, τη φύση της επιλεγμένης υπηρεσίας, τα πραγματικά περιστατικά και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εάν ο Πελάτης δεν παραλάβει το δέμα εντός της διαθέσιμης περιόδου φύλαξης, ο Πωλητής εξετάζει την πραγματική αιτία της μη παραλαβής και τις συνέπειες που προβλέπονται από τη νόμιμη συμφωνία.
Η μη παραλαβή από σημείο παράδοσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ούτε παρέχει γενικό δικαίωμα παρακράτησης ολόκληρου του καταβληθέντος τιμήματος.
Η επιχείρηση δύναται να επικοινωνεί με τον Πελάτη για την αντιμετώπιση της εκκρεμότητας και την εξέταση των διαθέσιμων νόμιμων επιλογών παράδοσης ή επιστροφής της αποστολής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σε συνδυασμό με τους νόμιμους όρους της συγκεκριμένης υπηρεσίας μεταφοράς.
15. Έκδοση φορολογικών παραστατικών, αναγνώριση του πραγματικού πωλητή και φορολογική τεκμηρίωση
Ο Πωλητής οφείλει να εκδίδει τα φορολογικά παραστατικά που απαιτούνται από την εφαρμοστέα νομοθεσία για τις πραγματικές πωλήσεις αγαθών και τις λοιπές φορολογητέες συναλλαγές που πραγματοποιεί μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Η έκδοση του κατάλληλου παραστατικού πραγματοποιείται από τον πραγματικό φορέα της συναλλαγής, σύμφωνα με τη νόμιμη ταυτότητα της επιχείρησης, το εφαρμοστέο φορολογικό καθεστώς και τα στοιχεία της συγκεκριμένης πώλησης.
Η χρήση διαφορετικής εμπορικής ονομασίας, διαδικτυακής διεύθυνσης, κεντρικού πληροφοριακού συστήματος ή εξωτερικού τεχνικού παρόχου δεν μεταβάλλει αυτομάτως την ταυτότητα του προσώπου που υπέχει τη νόμιμη φορολογική υποχρέωση.
Τα σχετικά παραστατικά πρέπει να ανταποκρίνονται στα πραγματικά στοιχεία της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας, του αντικειμένου της πώλησης, των ποσοτήτων, της αξίας και των λοιπών πληροφοριών που απαιτούνται για τον συγκεκριμένο τύπο παραστατικού.
Όταν η επιχείρηση χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένα συστήματα για την έκδοση, διαβίβαση ή αποθήκευση φορολογικών παραστατικών, η αντίστοιχη διαδικασία πρέπει να οργανώνεται σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στον πραγματικό φορολογικό φορέα.
Σε περίπτωση ακύρωσης, επιστροφής χρημάτων ή μεταβολής της αξίας συγκεκριμένης συναλλαγής, ο Πωλητής εξετάζει την έκδοση των αντίστοιχων διορθωτικών ή πιστωτικών παραστατικών, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους φορολογικούς κανόνες.
Η ηλεκτρονική επιβεβαίωση της παραγγελίας ή το αποδεικτικό συναλλαγής του παρόχου πληρωμών δεν υποκαθιστά αυτομάτως το φορολογικό παραστατικό που απαιτείται για τη συγκεκριμένη πώληση.
Η επιχείρηση οφείλει να διατηρεί τα φορολογικά στοιχεία σύμφωνα με τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις και να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα προστασίας των πληροφοριών που περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 220–226 και 242–244 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με την έκδοση, το περιεχόμενο και τη διατήρηση τιμολογίων και λογιστικών στοιχείων. Για τις ελληνικές φορολογικές υποχρεώσεις απαιτείται επιπλέον εφαρμογή του ισχύοντος εθνικού φορολογικού πλαισίου και των κανόνων ηλεκτρονικής διαβίβασης παραστατικών, όπου αυτοί εφαρμόζονται.
16. Νομιμότητα διάθεσης προϊόντων στην ελληνική αγορά
Ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τη νομιμότητα διάθεσης κάθε κατηγορίας προϊόντων στην ελληνική αγορά, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες που αφορούν την εμπορία, την ασφάλεια, την επισήμανση, τη φορολογική μεταχείριση και τους τυχόν ειδικούς περιορισμούς πώλησης.
Η νόμιμη λειτουργία του ηλεκτρονικού καταστήματος ως επιχείρησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε προϊόν που μπορεί να εισαχθεί στον εμπορικό κατάλογο επιτρέπεται να διατίθεται ηλεκτρονικά χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις.
Για προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό κανονιστικό καθεστώς, η επιχείρηση εξετάζει τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή και στον πραγματικό ρόλο της ως πωλητή, διανομέα, εισαγωγέα ή άλλου οικονομικού φορέα.
Η ύπαρξη νόμιμου προμηθευτή ή η κατοχή φορολογικού παραστατικού αγοράς δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη απόδειξη ότι κάθε μορφή μεταγενέστερης εμπορικής διάθεσης είναι επιτρεπτή.
Όταν προκύπτει αμφιβολία σχετικά με τη δυνατότητα νόμιμης πώλησης συγκεκριμένου αγαθού, ο Πωλητής εξετάζει την πραγματική ταξινόμηση του προϊόντος, τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις σχετικές υποχρεώσεις πριν από τη συνέχιση της διάθεσής του.
Η παρούσα πρόβλεψη δεν συνιστά γενική δήλωση ότι όλα τα προϊόντα του ηλεκτρονικού καταλόγου μπορούν να πωλούνται σε κάθε καταναλωτή ή να αποστέλλονται σε οποιονδήποτε προορισμό.
Νομοθετική βάση: Νόμος 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, Νόμος 4419/2016 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/40/ΕΕ, στον βαθμό που αφορά καλυπτόμενα προϊόντα, και Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 για τη γενική ασφάλεια προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
17. Υποχρέωση επιστροφής των αγαθών μετά τη νόμιμη υπαναχώρηση
Όταν ο καταναλωτής ασκεί νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης από σύμβαση πώλησης αγαθών, υποχρεούται να επιστρέψει τα αγαθά στον Πωλητή ή σε πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν να τα παραλάβει, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εκτός εάν ο Πωλητής έχει προσφερθεί να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, ο καταναλωτής οφείλει να τα επιστρέψει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, κατά κανόνα, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημέρα κατά την οποία γνωστοποίησε την απόφασή του να υπαναχωρήσει.
Η σχετική προθεσμία τηρείται όταν ο καταναλωτής αποστείλει τα αγαθά πριν από την εκπνοή της.
Ο Πωλητής μπορεί να παρέχει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση επιστροφής, την αναγνώριση της παραγγελίας και άλλες πρακτικές λεπτομέρειες που διευκολύνουν τη διαδικασία.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει δυσανάλογες διαδικαστικές προϋποθέσεις που καθιστούν αδικαιολόγητα δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.
Η επιστροφή των αγαθών μετά από απλή υπαναχώρηση πρέπει να διακρίνεται από την επιστροφή προϊόντος λόγω έλλειψης συμμόρφωσης ή άλλης πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης.
Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες που αντιστοιχούν στην πραγματική αιτία της επιστροφής.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 14 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
18. Δικαστική προστασία, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία σε διασυνοριακές συναλλαγές
Ο Πωλητής και ο Πελάτης διατηρούν τα δικαιώματα δικαστικής προστασίας που τους παρέχονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την ερμηνεία, την εκτέλεση ή τη λύση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Η τυχόν επιλογή συγκεκριμένου εφαρμοστέου δικαίου πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που εφαρμόζονται στην αντίστοιχη συναλλαγή.
Όταν η σύμβαση συνάπτεται με καταναλωτή και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Κανονισμού Ρώμη Ι, η επιλογή εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να στερήσει από τον καταναλωτή την προστασία των αναγκαστικών διατάξεων του δικαίου που θα εφαρμοζόταν ελλείψει της σχετικής επιλογής.
Η ύπαρξη διαφορετικής γλωσσικής έκδοσης της ιστοσελίδας ή αλλοδαπής διαδικτυακής διεύθυνσης δεν προσδιορίζει από μόνη της το εφαρμοστέο δίκαιο ή την αρμοδιότητα των δικαστηρίων.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει γενική ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας κατά τρόπο που παραβιάζει τις υποχρεωτικές διατάξεις προστασίας του καταναλωτή.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα άσκησης νόμιμων αξιώσεων για πραγματική συμβατική παράβαση ή αποδεδειγμένη ζημία, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εφαρμοστέο δίκαιο.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3 και 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι) και άρθρα 17–19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 σχετικά με τη δικαιοδοσία στις καταναλωτικές συμβάσεις.
19. Γεωγραφικοί περιορισμοί, διασυνοριακή πρόσβαση και αντικειμενικοί όροι διάθεσης
Ο Πωλητής δύναται να οργανώνει τη γεωγραφική έκταση της εμπορικής του δραστηριότητας και τις περιοχές στις οποίες παρέχει υπηρεσίες παράδοσης, σύμφωνα με τις πραγματικές επιχειρησιακές του δυνατότητες και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Οι περιορισμοί που αφορούν συγκεκριμένες χώρες ή κατηγορίες προϊόντων πρέπει να βασίζονται σε πραγματικούς και νόμιμους λόγους, όπως ειδικές απαγορεύσεις διάθεσης, περιορισμούς εισαγωγής, απαιτήσεις ασφάλειας, διαθεσιμότητα υπηρεσιών μεταφοράς ή άλλες αντικειμενικές συνθήκες.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η ύπαρξη διαφορετικής γλωσσικής έκδοσης ή η κατοικία του Πελάτη σε άλλη χώρα παρέχει γενικό δικαίωμα εφαρμογής οποιουδήποτε περιορισμού ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας.
Αντίστοιχα, η νομοθεσία για το αδικαιολόγητο γεωγραφικό μπλοκάρισμα δεν συνεπάγεται γενική υποχρέωση παροχής υπηρεσιών παράδοσης σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από τους πραγματικούς εμπορικούς όρους του Πωλητή.
Εάν ο Πωλητής εφαρμόζει διαφορετικές περιοχές εξυπηρέτησης ή όρους παράδοσης, οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια και να συμφωνούν με τις νόμιμες δυνατότητες εκτέλεσης της συναλλαγής.
Η ύπαρξη νόμιμου γεωγραφικού περιορισμού δεν απαλλάσσει την επιχείρηση από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συγκεκριμένη σύμβαση η οποία έχει ήδη συναφθεί.
Νομοθετική βάση: Κανονισμός (ΕΕ) 2018/302 για την αντιμετώπιση του αδικαιολόγητου γεωγραφικού αποκλεισμού, ιδίως άρθρα 3 και 4, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται στις αντίστοιχες κατηγορίες προϊόντων.
20. Ασφάλεια πρόσβασης και προστασία των πληροφοριακών συστημάτων
Η πρόσβαση στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του καταστήματος πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τη νόμιμη χρήση για την οποία αυτές παρέχονται.
Δεν επιτρέπεται η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε λογαριασμούς τρίτων, η παράνομη απόκτηση δεδομένων, η εισαγωγή κακόβουλου λογισμικού, η αλλοίωση πληροφοριών ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που παραβιάζει την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων.
Ο Πωλητής δύναται να εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προστασίας, όπως μηχανισμούς ταυτοποίησης, ελέγχους πρόσβασης, περιορισμούς κακόβουλης αυτοματοποιημένης δραστηριότητας και διαδικασίες αντιμετώπισης περιστατικών ασφαλείας.
Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι κατάλληλα για τον επιδιωκόμενο σκοπό και να εφαρμόζονται σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η εφαρμογή μηχανισμών ασφαλείας δεν παρέχει στον Πωλητή απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικών επικοινωνιών ή συλλογής πληροφοριών που δεν είναι αναγκαίες για νόμιμο και συγκεκριμένο σκοπό.
Σε περίπτωση διαπιστωμένου περιστατικού ασφαλείας, η επιχείρηση λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης και εκπληρώνει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης ή γνωστοποίησης που επιβάλλονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5 παράγραφος 1 στοιχεία β΄ και γ΄, 6 και 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, σχετικά με τον περιορισμό του σκοπού, την ελαχιστοποίηση δεδομένων, τη νομιμότητα της επεξεργασίας και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων.
21. Υποχρέωση παράδοσης αγαθών που ανταποκρίνονται στη σύμβαση
Ο Πωλητής υποχρεούται να παραδίδει αγαθά που ανταποκρίνονται στις υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η συμμόρφωση αξιολογείται με βάση την περιγραφή, τον τύπο, την ποσότητα, την ποιότητα, τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα και τα λοιπά χαρακτηριστικά που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Τα αγαθά πρέπει επίσης να είναι κατάλληλα για τους συνήθεις σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιούνται αγαθά του ίδιου τύπου, στον βαθμό που αυτό απαιτείται από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις συμμόρφωσης.
Ο Πωλητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις δημόσιες δηλώσεις σχετικά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προϊόντος, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Η χρήση πληροφοριών κατασκευαστή ή προμηθευτή δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από τις υποχρεώσεις που υπέχει έναντι του καταναλωτή.
Η παράδοση διαφορετικού προϊόντος ή διαφορετικής ποσότητας από τη συμφωνημένη εξετάζεται σύμφωνα με τους κανόνες συμμόρφωσης, ακόμη και όταν η επιχείρηση θεωρεί το παραδοθέν αγαθό εμπορικά ισοδύναμο.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 6, 7 και 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
22. Νόμιμη ευθύνη του Πωλητή και χρονική προστασία του καταναλωτή
Ο Πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών σύμφωνα με τις χρονικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 προβλέπει ευθύνη του Πωλητή για έλλειψη συμμόρφωσης που υφίσταται κατά τον χρόνο παράδοσης και καθίσταται εμφανής εντός της προβλεπόμενης περιόδου, με την επιφύλαξη ειδικών ή ευνοϊκότερων εθνικών ρυθμίσεων.
Οι κανόνες για το βάρος απόδειξης εφαρμόζονται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις και την εθνική νομοθεσία που διέπει τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η ύπαρξη σύντομης εμπορικής εγγύησης κατασκευαστή περιορίζει αυτομάτως τη διάρκεια ή το περιεχόμενο της νόμιμης ευθύνης του.
Όταν συγκεκριμένο προϊόν παρουσιάζει έλλειψη συμμόρφωσης, η επιχείρηση εξετάζει το αίτημα του Πελάτη με βάση τον πραγματικό χρόνο παράδοσης, τη φύση του αγαθού, τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η επιχείρηση διατηρεί τα νόμιμα δικαιώματά της έναντι του προμηθευτή ή άλλου προηγούμενου φορέα της εμπορικής αλυσίδας, χωρίς η άσκησή τους να αποτελεί γενική προϋπόθεση για την ικανοποίηση του καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 10, 11 και 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
23. Νομιμότητα πωλήσεων σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε τρίτες χώρες
Η δυνατότητα ηλεκτρονικής πώλησης και αποστολής προϊόντων σε χώρες διαφορετικές από τη χώρα εγκατάστασης του Πωλητή εξαρτάται από τη φύση του συγκεκριμένου αγαθού, τους όρους της συναλλαγής και τις διατάξεις που εφαρμόζονται στη χώρα προορισμού.
Η επιχείρηση δύναται να διαθέτει πολυγλωσσική ιστοσελίδα και να παρέχει πρόσβαση στον εμπορικό κατάλογό της σε επισκέπτες διαφορετικών χωρών, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε προϊόν είναι διαθέσιμο για αποστολή σε όλους τους προορισμούς.
Πριν από την ενεργοποίηση της δυνατότητας αποστολής συγκεκριμένης κατηγορίας προϊόντων σε άλλη χώρα, ο Πωλητής εξετάζει τους εφαρμοστέους κανόνες εμπορίας, εισαγωγής, επισήμανσης, φορολόγησης και ασφάλειας.
Για αποστολές εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να απαιτείται πρόσθετη τελωνειακή, φορολογική ή άλλη διοικητική διαδικασία, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν από την ανάληψη δεσμευτικής υποχρέωσης παράδοσης.
Η αποδοχή παραγγελίας δεν παρέχει στον Πωλητή δικαίωμα να παρακάμπτει απαγορεύσεις εισαγωγής ή διάθεσης που εφαρμόζονται στον προορισμό της συγκεκριμένης αποστολής.
Όταν η εκτέλεση συγκεκριμένης παραγγελίας δεν είναι νόμιμα δυνατή, οι συνέπειες για τη σύμβαση και τα ποσά που έχουν καταβληθεί αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ για τις διασυνοριακές πωλήσεις των προϊόντων που καλύπτει, άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 σχετικά με τις εξ αποστάσεως προσφορές προϊόντων στην ενωσιακή αγορά και άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τη συμβατική υποχρέωση παράδοσης.
24. Παράδοση σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ιδιαίτερη σημασία της συμφωνημένης προθεσμίας
Όταν ο Πελάτης γνωστοποιεί στον Πωλητή, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση των αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί έως συγκεκριμένη ημερομηνία και η σχετική προϋπόθεση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της συναλλαγής, η σημασία της προθεσμίας λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των συμβατικών υποχρεώσεων.
Η ιδιαίτερη σημασία της ημερομηνίας μπορεί να προκύπτει από τη φύση των αγαθών, τον πραγματικό σκοπό της παραγγελίας ή τις συγκεκριμένες περιστάσεις που είχαν γνωστοποιηθεί στον Πωλητή πριν από την αγορά.
Εφόσον η ημερομηνία παράδοσης αποτελεί ουσιώδη όρο της σύμβασης, η μη έγκαιρη παράδοση αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις ειδικές προβλέψεις του εφαρμοστέου δικαίου.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η απλή αναφορά σε ενδεικτικούς χρόνους μεταφοράς αποκλείει αυτομάτως τις έννομες συνέπειες της μη εκπλήρωσης συμφωνημένης ουσιώδους προθεσμίας.
Εάν ο Πελάτης έχει γνωστοποιήσει ότι η παράδοση έως συγκεκριμένη ημερομηνία είναι ουσιώδης και ο Πωλητής δεν παραδώσει τα αγαθά εγκαίρως, μπορεί να συντρέχουν οι προϋποθέσεις άμεσης λύσης της σύμβασης χωρίς προηγούμενη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας.
Σε περίπτωση νόμιμης λύσης εφαρμόζονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις επιστροφής χρημάτων, χωρίς να αποκλείονται άλλα δικαιώματα που προβλέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 παράγραφοι 2–4 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
25. Άδεια χρήσης φωτογραφιών και διαφημιστικού υλικού κατασκευαστών και προμηθευτών
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί φωτογραφίες, εμπορικές περιγραφές, τεχνικά στοιχεία και άλλο υλικό κατασκευαστών ή προμηθευτών, εφόσον διαθέτει τα αναγκαία δικαιώματα χρήσης ή συντρέχει άλλη νόμιμη βάση για τη συγκεκριμένη αξιοποίηση.
Η νόμιμη αγορά και μεταπώληση προϊόντος δεν συνεπάγεται αυτομάτως απόκτηση απεριόριστου δικαιώματος αναπαραγωγής κάθε φωτογραφίας, διαφημιστικού αρχείου ή άλλου προστατευόμενου έργου που έχει δημιουργήσει ο κατασκευαστής ή τρίτο πρόσωπο.
Όταν το υλικό παραχωρείται βάσει άδειας, η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια, τον σκοπό, τα επιτρεπόμενα κανάλια δημοσίευσης και τους λοιπούς όρους της συγκεκριμένης παραχώρησης.
Η δυνατότητα χρήσης φωτογραφίας σε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα δεν συνεπάγεται αυτομάτως άδεια χρήσης της σε απεριόριστο αριθμό διαφορετικών domains ή σε ανεξάρτητες διαφημιστικές υπηρεσίες.
Ο Πωλητής δύναται να τηρεί αρχείο των σχετικών αδειών και των στοιχείων που αποδεικνύουν την προέλευση και το επιτρεπόμενο πεδίο χρήσης του υλικού.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ σχετικά με τα δικαιώματα αναπαραγωγής και παρουσίασης έργων στο κοινό, στον βαθμό που το υλικό προστατεύεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
26. Πρόληψη δόλιων συναλλαγών, μη εξουσιοδοτημένης χρήσης μέσων πληρωμής και προστασία προσωπικών δεδομένων
Ο Πωλητής δύναται να εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την πρόληψη, αναγνώριση και διερεύνηση περιστατικών που ενδέχεται να συνδέονται με μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές πληρωμής, παράνομη πρόσβαση σε λογαριασμούς ή άλλες πραγματικές ενδείξεις απάτης.
Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τη χρήση ασφαλών υπηρεσιών πληρωμών, κατάλληλων μηχανισμών ταυτοποίησης, ελέγχων ασυνήθιστης συναλλακτικής δραστηριότητας και άλλων διαδικασιών που ανταποκρίνονται στον πραγματικό κίνδυνο της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η εφαρμογή μέτρων πρόληψης απάτης πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων και τα δικαιώματα των προσώπων που επηρεάζονται από τη σχετική επεξεργασία.
Η ύπαρξη ασυνήθιστης παραγγελίας, διαφορετικής χώρας προέλευσης της πληρωμής, μεγάλης ποσότητας προϊόντων ή άλλου μεμονωμένου χαρακτηριστικού δεν συνιστά αυτομάτως απόδειξη δόλιας συμπεριφοράς.
Όταν συγκεκριμένη συναλλαγή παρουσιάζει τεκμηριωμένες ενδείξεις κινδύνου, ο Πωλητής δύναται να εξετάζει την ανάγκη πρόσθετης νόμιμης επιβεβαίωσης ή συνεργασίας με τον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις.
Η επιχείρηση δεν πρέπει να ζητά από τον Πελάτη την κοινοποίηση προσωπικών κωδικών πρόσβασης, μυστικών κωδικών ταυτοποίησης ή άλλων δεδομένων ασφαλείας που δεν είναι αναγκαία για τη νόμιμη εκτέλεση της συναλλαγής.
Εφόσον χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης συναλλακτικού κινδύνου, ο Πωλητής εξετάζει τις απαιτήσεις διαφάνειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη επεξεργασία.
Όταν μια απόφαση βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία και παράγει έννομα αποτελέσματα για φυσικό πρόσωπο ή το επηρεάζει με αντίστοιχα σημαντικό τρόπο, πρέπει να εξετάζεται επιπλέον η εφαρμογή των ειδικών περιορισμών και εγγυήσεων που προβλέπονται από τον ΓΚΠΔ.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενική συμβατική ρήτρα περί πρόληψης απάτης για να αποκλείει αυθαίρετα δικαιώματα καταναλωτών ή να διατηρεί απεριόριστα προσωπικά δεδομένα χωρίς κατάλληλη νόμιμη βάση.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 6, 22 και 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, σχετικά με τη νόμιμη επεξεργασία, τις αυτοματοποιημένες αποφάσεις και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων. Άρθρο 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη.
27. Αίτημα αλλαγής παραγγελίας από τον Πελάτη μετά την υποβολή της
Ο Πελάτης μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση συγκεκριμένης παραγγελίας μετά την υποβολή της, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Το αίτημα μπορεί να αφορά, ενδεικτικά, την αλλαγή ποσότητας, την επιλογή διαφορετικής έκδοσης προϊόντος, τη διόρθωση των στοιχείων παράδοσης, την προσθήκη ή αφαίρεση αγαθών ή την αλλαγή διαθέσιμης υπηρεσίας μεταφοράς.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης της αλλαγής εξετάζεται σύμφωνα με το στάδιο επεξεργασίας της παραγγελίας, την πραγματική διαθεσιμότητα των προϊόντων, την κατάσταση της πληρωμής και τις δυνατότητες της επιλεγμένης υπηρεσίας αποστολής.
Όταν η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, το αίτημα τροποποίησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής υποχρεούται να αποδεχθεί οποιαδήποτε μεταβολή του συμφωνημένου αντικειμένου, πέραν των περιπτώσεων στις οποίες τέτοια υποχρέωση προβλέπεται από τον νόμο ή τη συγκεκριμένη συμφωνία.
Εφόσον η τροποποίηση γίνει αποδεκτή, τα μέρη πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν τα νέα συμφωνημένα χαρακτηριστικά, την τελική τιμή, τις τυχόν πρόσθετες ή μειωμένες χρεώσεις και τις συνέπειες για τον χρόνο παράδοσης.
Εάν η παραγγελία έχει ήδη αποσταλεί, η δυνατότητα αλλαγής της διεύθυνσης ή των στοιχείων παράδοσης μπορεί να εξαρτάται από τις πραγματικές δυνατότητες της υπηρεσίας μεταφοράς και τις αντίστοιχες νόμιμες υποχρεώσεις.
Η αδυναμία πραγματοποίησης μιας προαιρετικής αλλαγής δεν περιορίζει το δικαίωμα υπαναχώρησης ή άλλα δικαιώματα του καταναλωτή που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη δυνατότητα τροποποίησης της αρχικής παραγγελίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τους γνωστοποιούμενους όρους της συναλλαγής και άρθρα 9–16 της ίδιας Οδηγίας για το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπου αυτό εφαρμόζεται.
28. Ανεπιτυχής προσπάθεια παράδοσης και διαδικασία επαναπρογραμματισμού
Όταν η πρώτη προσπάθεια παράδοσης δεν ολοκληρωθεί επιτυχώς, ο Πωλητής δύναται να συνεργάζεται με τον μεταφορέα για τη διερεύνηση της πραγματικής αιτίας του περιστατικού και την εξέταση των διαθέσιμων επιλογών ολοκλήρωσης της αποστολής.
Η ανεπιτυχής παράδοση μπορεί να συνδέεται με προσωρινή απουσία του παραλήπτη, ελλιπή στοιχεία διεύθυνσης, αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης στον τόπο παράδοσης ή άλλη πραγματική συνθήκη.
Η επιχείρηση μπορεί να ενημερώνει τον Πελάτη σχετικά με την αποτυχημένη προσπάθεια και τις διαθέσιμες διαδικασίες επαναπρογραμματισμού ή παραλαβής.
Η ύπαρξη ανεπιτυχούς προσπάθειας παράδοσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πελάτης ευθύνεται για κάθε μεταγενέστερη καθυστέρηση ή ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Εάν το περιστατικό προκλήθηκε από ανακριβή στοιχεία που παρείχε ο Πελάτης, οι σχετικές συνέπειες εξετάζονται σύμφωνα με την πραγματική αιτία και τους νόμιμα συμφωνημένους όρους.
Εάν η ανεπιτυχής παράδοση συνδέεται με σφάλμα του Πωλητή ή του μεταφορέα που ο ίδιος προσέφερε, η επιχείρηση οφείλει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις της.
Η πραγματοποίηση νέας προσπάθειας παράδοσης και η τυχόν επιβολή πρόσθετου κόστους πρέπει να στηρίζονται σε νόμιμη συμβατική βάση και να μη χρησιμοποιούνται ως αυθαίρετη οικονομική επιβάρυνση του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6, 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
29. Ακύρωση ή λύση παραγγελίας μετά τη σύναψη δεσμευτικής σύμβασης
Μετά τη σύναψη δεσμευτικής σύμβασης πώλησης, η ακύρωση ή η λύση της συναλλαγής πραγματοποιείται σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους που εφαρμόζονται νόμιμα, τις πραγματικές περιστάσεις και τις υποχρεωτικές διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των συμβαλλομένων.
Ο Πωλητής δεν διαθέτει γενικό και απεριόριστο δικαίωμα μονομερούς ακύρωσης ήδη συναφθείσας σύμβασης αποκλειστικά λόγω μεταγενέστερης μεταβολής της εμπορικής τιμής, του κόστους προμήθειας ή άλλης συνήθους επιχειρηματικής παραμέτρου.
Η αδυναμία εκτέλεσης της συναλλαγής εξετάζεται με βάση την πραγματική αιτία της, τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί από τα μέρη.
Ο καταναλωτής διατηρεί το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται για τις αντίστοιχες εξ αποστάσεως συμβάσεις, με την επιφύλαξη των ειδικών νόμιμων εξαιρέσεων.
Αντίστοιχα, όταν ο Πωλητής δεν εκπληρώνει τη συμφωνημένη υποχρέωση παράδοσης, ο Πελάτης μπορεί να διαθέτει τα ειδικά δικαιώματα που προβλέπονται από τη νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας λύσης της σύμβασης όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Εάν η σύμβαση λυθεί νόμιμα, η επιχείρηση οφείλει να αντιμετωπίσει τα καταβληθέντα ποσά και τις λοιπές συνέπειες σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και την αιτία της λύσης.
Η ύπαρξη χωριστής εμπορικής διαδικασίας ακυρώσεων δεν καταργεί ούτε περιορίζει τα δικαιώματα που προβλέπονται υποχρεωτικά για τον καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9–16 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την υπαναχώρηση και τη μη έγκαιρη παράδοση· άρθρα 13 και 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τη λύση της σύμβασης λόγω έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών.
30. Γνησιότητα προϊόντων, νόμιμη προμήθεια και προστασία από παραποιημένα αγαθά
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε τα προϊόντα που διαθέτει μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος να προέρχονται από νόμιμες εμπορικές πηγές και να μην παρουσιάζονται ως γνήσια προϊόντα συγκεκριμένου κατασκευαστή όταν δεν ανταποκρίνονται στην αντίστοιχη εμπορική ταυτότητα.
Η προμήθεια προϊόντων μπορεί να πραγματοποιείται από κατασκευαστές, εισαγωγείς, χονδρεμπόρους, διανομείς ή άλλους νόμιμους προμηθευτές, υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα επιτρέπεται από το εφαρμοστέο δίκαιο και δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων.
Η επιχείρηση δύναται να διατηρεί τα απαραίτητα εμπορικά και φορολογικά παραστατικά προμήθειας, τις πληροφορίες του προμηθευτή και τα λοιπά στοιχεία που είναι αναγκαία για την τεκμηρίωση της προέλευσης και της νόμιμης διάθεσης των αγαθών.
Η διάθεση γνήσιων προϊόντων που έχουν τεθεί στην αγορά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από τον δικαιούχο του εμπορικού σήματος ή με τη συγκατάθεσή του εξετάζεται σύμφωνα με τους κανόνες εξάντλησης των δικαιωμάτων επί του σήματος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες ο δικαιούχος διαθέτει νόμιμους λόγους αντίθεσης στην περαιτέρω εμπορία.
Η ύπαρξη γνήσιου προϊόντος δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την τήρηση ειδικών περιορισμών πώλησης, εισαγωγής, ασφάλειας ή φορολόγησης που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών και χώρα προορισμού.
Εάν προκύψει αξιόπιστη ένδειξη ότι συγκεκριμένο προϊόν είναι παραποιημένο, έχει αμφισβητούμενη προέλευση ή δεν πληροί τις απαιτήσεις νόμιμης διάθεσης, η επιχείρηση εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνει τα μέτρα που επιβάλλονται από τη νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9, 14 και 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001, σχετικά με τα δικαιώματα επί των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους περιορισμούς των αποτελεσμάτων τους και την εξάντληση του δικαιώματος επί του σήματος.
31. Απώλεια δέματος κατά τη μεταφορά και δικαιώματα του Πελάτη
Σε περίπτωση που συγκεκριμένη αποστολή δεν εντοπίζεται ή υπάρχουν αξιόπιστες ενδείξεις ότι το δέμα έχει απολεσθεί κατά τη μεταφορά, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει το περιστατικό και τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του Πελάτη.
Η επιχείρηση δύναται να ζητεί από τον μεταφορέα τη διενέργεια έρευνας για τον εντοπισμό της αποστολής και τη διαπίστωση της πραγματικής αιτίας της απώλειας.
Η διαδικασία διερεύνησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναστολή των υποχρεωτικών δικαιωμάτων που διαθέτει ο καταναλωτής λόγω μη παράδοσης των αγαθών.
Όταν ο μεταφορέας έχει επιλεγεί μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρει ο Πωλητής, η μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Εφόσον διαπιστώνεται ότι τα αγαθά δεν παραδόθηκαν και ο Πωλητής εξακολουθεί να υπέχει την υποχρέωση παράδοσης, εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες εκπλήρωσης της σύμβασης και τα δικαιώματα του Πελάτη λόγω μη παράδοσης.
Η επιχείρηση μπορεί να προτείνει νέα αποστολή των συμφωνημένων προϊόντων, εφόσον η σχετική διαδικασία ανταποκρίνεται στις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης λύσης της σύμβασης λόγω μη παράδοσης, ο Πωλητής οφείλει να επιστρέψει τα αντίστοιχα οφειλόμενα ποσά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Η δυνατότητα του Πωλητή να ζητήσει αποζημίωση από τον μεταφορέα αποτελεί χωριστό ζήτημα και δεν καταργεί αυτομάτως τα δικαιώματα του Πελάτη από τη σύμβαση αγοράς.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 παράγραφοι 2–4 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
32. Πραγματικά χαρακτηριστικά και περιγραφή των προϊόντων
Τα προϊόντα που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος παρουσιάζονται με περιγραφές οι οποίες αποσκοπούν στην παροχή των ουσιωδών πληροφοριών που χρειάζεται ο Πελάτης για την αναγνώριση του προϊόντος και τη λήψη ενημερωμένης απόφασης αγοράς.
Η περιγραφή κάθε προϊόντος πρέπει να ανταποκρίνεται στα πραγματικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου αγαθού, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, της εμπορικής ονομασίας, του κατασκευαστή, του τύπου, του μεγέθους, της ποσότητας, της συσκευασίας, των υλικών κατασκευής και άλλων χαρακτηριστικών που επηρεάζουν ουσιωδώς την επιλογή του αγοραστή.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί πληροφορίες κατασκευαστών και προμηθευτών, χωρίς η προέλευση των πληροφοριών αυτών να τον απαλλάσσει αυτομάτως από τις υποχρεώσεις που υπέχει έναντι του καταναλωτή για την ορθή παρουσίαση και τη συμμόρφωση του παραδιδόμενου προϊόντος.
Εάν διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένη περιγραφή περιέχει ανακριβή ή ελλιπή ουσιώδη πληροφορία, η επιχείρηση πρέπει να πραγματοποιεί τις αναγκαίες διορθώσεις και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες για τις επηρεαζόμενες συναλλαγές σύμφωνα με τον νόμο.
Η δυνατότητα διόρθωσης της μελλοντικής παρουσίασης ενός προϊόντος δεν παρέχει στον Πωλητή δικαίωμα μονομερούς μεταβολής των χαρακτηριστικών που έχουν ήδη συμφωνηθεί σε ολοκληρωμένη σύμβαση.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ· άρθρα 5, 6 και 7 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών· άρθρο 6 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές.
33. Προστασία της νόμιμης μεταπώλησης γνήσιων προϊόντων και εξάντληση δικαιωμάτων εμπορικού σήματος
Ο Πωλητής δύναται να διαθέτει γνήσια προϊόντα τρίτων κατασκευαστών, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη νόμιμη εμπορία των αγαθών και την προστασία των αντίστοιχων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
Όταν συγκεκριμένα αγαθά έχουν τεθεί στην αγορά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από τον δικαιούχο του εμπορικού σήματος ή με τη συγκατάθεσή του, εφαρμόζονται οι κανόνες εξάντλησης του δικαιώματος που προβλέπονται από το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001.
Η εξάντληση δεν συνεπάγεται ότι ο δικαιούχος στερείται σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα αντίθεσης στην περαιτέρω εμπορία. Ο Κανονισμός αναγνωρίζει ειδικές περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να υφίστανται νόμιμοι λόγοι αντίθεσης, ιδίως όταν η κατάσταση των αγαθών έχει μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μετά την αρχική διάθεσή τους στην αγορά.
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί τα κατάλληλα εμπορικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη νόμιμη προμήθεια και διάθεση των προϊόντων του.
Η απουσία άμεσης συμβατικής συνεργασίας με συγκεκριμένο κατασκευαστή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε μεταπώληση γνήσιου προϊόντος του απαγορεύεται.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη γνήσιου προϊόντος δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την τήρηση ειδικών περιορισμών πώλησης, ασφάλειας ή εισαγωγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9, 14 και 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001.
34. Νόμισμα συναλλαγής, συναλλαγματικές διαφορές και διαφάνεια του πραγματικού πληρωτέου ποσού
Οι τιμές των προϊόντων που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος παρουσιάζονται στο νόμισμα που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη εμπορική συναλλαγή, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στον Πελάτη πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας.
Όταν το κατάστημα υποστηρίζει περισσότερα νομίσματα ή παρέχει ενδεικτική μετατροπή τιμών για τη διευκόλυνση επισκεπτών άλλων χωρών, η σχετική παρουσίαση πρέπει να επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ ενδεικτικής πληροφορίας και πραγματικού νομίσματος χρέωσης.
Ο Πελάτης πρέπει να μπορεί να αναγνωρίζει το νόμισμα και το ποσό στο οποίο αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση πληρωμής, χωρίς να δημιουργείται παραπλανητική εντύπωση σχετικά με την τελική οικονομική επιβάρυνση.
Όταν η πληρωμή πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή κάρτας που χρησιμοποιεί διαφορετικό νόμισμα, ο αντίστοιχος πάροχος μπορεί να εφαρμόζει συναλλαγματική μετατροπή σύμφωνα με τους νόμιμους και συμβατικούς όρους της υπηρεσίας του.
Ο Πωλητής δεν ευθύνεται αυτομάτως για κάθε ανεξάρτητη συναλλαγματική διαφορά ή χρέωση τρίτου παρόχου. Η πρόβλεψη αυτή δεν περιορίζει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την ορθή παρουσίαση του συμφωνημένου τιμήματος και την αποφυγή εσφαλμένης χρέωσης από τα δικά του συστήματα.
Εάν η συναλλαγή ακυρωθεί νόμιμα ή προκύψει υποχρέωση επιστροφής χρημάτων, η επιχείρηση οφείλει να εκτελεί την επιστροφή σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην πραγματική αιτία επιστροφής.
Οι συναλλαγματικές διαφορές που ενδέχεται να προκύπτουν από ανεξάρτητες υπηρεσίες τρίτων εξετάζονται χωριστά από την υποχρέωση του Πωλητή να επιστρέψει το ποσό που οφείλεται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύμβαση και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενική ρήτρα συναλλαγματικών διαφορών για την αυθαίρετη παρακράτηση ποσών που οφείλονται στον Πελάτη ή τη μεταβολή της συμφωνημένης τιμής ήδη συναφθείσας σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την ενημέρωση για τη συνολική τιμή· άρθρο 59 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με τη μετατροπή νομίσματος· άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ για το μέσο και την εκτέλεση της επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση υπαναχώρησης.
35. Παραλαβή, καταγραφή και διαχείριση παραπόνων Πελατών
Ο Πωλητής οργανώνει κατάλληλη διαδικασία παραλαβής και εξέτασης παραπόνων που αφορούν τις συναλλαγές μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Τα παράπονα μπορεί να αφορούν τη διαδικασία παραγγελίας, την πληρωμή, τη διαθεσιμότητα των αγαθών, την παράδοση, τη συμμόρφωση των προϊόντων, την επιστροφή χρημάτων ή άλλο ζήτημα που συνδέεται με τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Ο Πελάτης μπορεί να χρησιμοποιεί τα δημοσιευμένα μέσα επικοινωνίας του καταστήματος για να γνωστοποιεί το πρόβλημα και να ζητά την εξέτασή του.
Ο Πωλητής δύναται να καταγράφει τον αριθμό παραγγελίας, την ημερομηνία επικοινωνίας, τη φύση του παραπόνου και τα λοιπά στοιχεία που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική διερεύνηση.
Η ύπαρξη εσωτερικού συστήματος διαχείρισης παραπόνων δεν επιτρέπει την επιβολή πρόσθετων προϋποθέσεων που περιορίζουν τα υποχρεωτικά δικαιώματα του καταναλωτή.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει κάθε παράπονο με βάση τα πραγματικά περιστατικά και να αποφεύγει την αυτόματη απόρριψή του αποκλειστικά λόγω της παρέλευσης προαιρετικής εμπορικής προθεσμίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13–16 και 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, όταν το παράπονο αφορά έλλειψη συμμόρφωσης. Άρθρα 9–16 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, όταν αφορά υπαναχώρηση ή μη παράδοση.
36. Ειδικοί περιορισμοί ηλεκτρονικής εμπορίας και διαχωρισμός από τις πωλήσεις φυσικών καταστημάτων
Η δυνατότητα νόμιμης πώλησης προϊόντος σε φυσικό κατάστημα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η διάθεσή του επιτρέπεται με τους ίδιους όρους μέσω διαδικτύου, τηλεφωνικής παραγγελίας ή άλλης μορφής εξ αποστάσεως συναλλαγής.
Ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει εάν η εφαρμοστέα νομοθεσία προβλέπει ειδικές υποχρεώσεις ή περιορισμούς που συνδέονται με τον τρόπο πώλησης, τη διαδικασία παραγγελίας, την ταυτοποίηση του αγοραστή ή τον τόπο παράδοσης.
Οι ειδικές απαιτήσεις μπορεί να διαφοροποιούνται μεταξύ λιανικών και επαγγελματικών συναλλαγών, μεταξύ εγχώριων και διασυνοριακών πωλήσεων ή μεταξύ προϊόντων που ανήκουν σε διαφορετικές κανονιστικές κατηγορίες.
Η επιχείρηση δεν δύναται να χρησιμοποιεί διαφορετική εμπορική ονομασία ή διαφορετική τεχνική υποδομή ως υποκατάστατο της πραγματικής συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που διέπουν τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Εάν ειδική διάταξη επιτρέπει τη διάθεση προϊόντος μόνο μέσω συγκεκριμένου καναλιού πώλησης, η αντίστοιχη εμπορική δραστηριότητα πρέπει να περιορίζεται στις επιτρεπόμενες μορφές διάθεσης.
Η παρούσα πρόβλεψη δεν δημιουργεί γενική απαγόρευση ηλεκτρονικής εμπορίας για κάθε προϊόν που συνδέεται εμπορικά με συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη κατηγορία. Η εφαρμογή ειδικών περιορισμών προϋποθέτει ορθή ταξινόμηση του πραγματικού προϊόντος και εξέταση της αντίστοιχης νομοθεσίας.
Νομοθετική βάση: Οδηγία 2014/40/ΕΕ, ιδίως άρθρο 18, και οι ειδικές εθνικές διατάξεις που διέπουν την ηλεκτρονική διάθεση των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους.
37. Μεμονωμένες συσκευασίες και πραγματική μονάδα πώλησης
Η μονάδα πώλησης κάθε προϊόντος πρέπει να προσδιορίζεται με τρόπο που επιτρέπει στον Πελάτη να γνωρίζει την πραγματική ποσότητα αγαθών που περιλαμβάνεται στη συμφωνημένη τιμή.
Όταν η τιμή αφορά μεμονωμένο βιβλιαράκι, πακέτο φίλτρων, συσκευασία χάρτινων επιστομίων ή άλλο συγκεκριμένο προϊόν, η εμπορική παρουσίαση πρέπει να αποφεύγει τη δημιουργία παραπλανητικής εντύπωσης ότι η τιμή αφορά μεγαλύτερη ποσότητα.
Εάν ένα προϊόν διατίθεται τόσο μεμονωμένα όσο και σε πολλαπλή συσκευασία, οι αντίστοιχες επιλογές πρέπει να διακρίνονται κατάλληλα, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος εσφαλμένης παραγγελίας.
Η χρήση φωτογραφιών που απεικονίζουν περισσότερες μονάδες του προϊόντος δεν πρέπει να δημιουργεί ανακριβή εντύπωση σχετικά με την πραγματική ποσότητα που αγοράζεται, όταν η φωτογραφία μπορεί να επηρεάσει την απόφαση του Πελάτη.
Σε περίπτωση που η παρουσίαση της μονάδας πώλησης δεν ανταποκρίνεται στην ποσότητα που συμφωνήθηκε, εφαρμόζονται οι νόμιμες συνέπειες της συγκεκριμένης έλλειψης συμμόρφωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, άρθρο 6 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ και άρθρο 6 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και την ποσότητα των προϊόντων.
38. Παροχή προειδοποιήσεων ασφαλείας στη γλώσσα της αγοράς διάθεσης
Οι απαιτούμενες προειδοποιήσεις και πληροφορίες ασφαλείας πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις γλωσσικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη χώρα στην οποία διατίθεται το συγκεκριμένο προϊόν.
Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, η διαδικτυακή προσφορά πρέπει να περιλαμβάνει τις απαιτούμενες πληροφορίες ασφαλείας σε γλώσσα που μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές, όπως καθορίζεται από το αντίστοιχο κράτος μέλος.
Η επιχείρηση οφείλει να διακρίνει τη γενική εμπορική μετάφραση μιας περιγραφής από την ακριβή απόδοση υποχρεωτικής προειδοποίησης ή οδηγίας ασφαλείας.
Η χρήση αυτοματοποιημένου εργαλείου μετάφρασης δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη διάθεση προϊόντος.
Όταν συγκεκριμένη προειδοποίηση περιλαμβάνει τεχνικές ή ειδικές πληροφορίες, ο Πωλητής μεριμνά ώστε η μετάφραση να μην αλλοιώνει το ουσιαστικό νόημά της.
Η ύπαρξη ελληνικής, αγγλικής ή άλλης γλωσσικής έκδοσης της ιστοσελίδας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι πληρούνται όλες οι απαιτήσεις ασφαλείας κάθε χώρας προορισμού.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 19 στοιχείο δ΄ και άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, στον βαθμό που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος.
39. Κεντρικό μητρώο περιορισμών ανά χώρα, προϊόν και μορφή εμπορικής δραστηριότητας
Η επιχείρηση δύναται να τηρεί κεντρικό μητρώο των περιορισμών που επηρεάζουν την πώληση, τη διαφήμιση, την εισαγωγή, την αποστολή ή την εμπορική παρουσίαση των προϊόντων που διαθέτει.
Για κάθε προϊόν ή κατηγορία αγαθών μπορούν να καταγράφονται η πραγματική εμπορική και κανονιστική ταξινόμηση, οι χώρες στις οποίες εξετάζεται η δυνατότητα διάθεσης, οι αντίστοιχες νομοθετικές πηγές και οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή ειδικών περιορισμών.
Η επιχείρηση οφείλει να διακρίνει τους περιορισμούς που αφορούν τη φύση του προϊόντος από εκείνους που συνδέονται αποκλειστικά με συγκεκριμένο κανάλι πώλησης, συγκεκριμένη χώρα ή υπηρεσία διαφήμισης.
Η ύπαρξη απαγόρευσης διαφήμισης συγκεκριμένου προϊόντος δεν συνεπάγεται αυτομάτως γενική απαγόρευση κάθε νόμιμης δραστηριότητας που σχετίζεται με αυτό, εφόσον η σχετική νομοθεσία προβλέπει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής.
Αντίστοιχα, η απουσία ειδικής απαγόρευσης σε μία χώρα δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα ηλεκτρονικής διάθεσης σε οποιονδήποτε προορισμό.
Το μητρώο πρέπει να επικαιροποιείται όταν μεταβάλλονται τα πραγματικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, η εφαρμοστέα νομοθεσία ή οι όροι της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας.
Η ύπαρξη του μητρώου αποτελεί οργανωτικό μέτρο τεκμηρίωσης και δεν υποκαθιστά την πραγματική συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες υποχρεωτικές διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 9, 11, 12 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, στον βαθμό που εφαρμόζονται, σε συνδυασμό με τις ειδικές εθνικές και ενωσιακές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος.
40. Ειδικές φορολογικές επιβαρύνσεις και διαφορετική φορολογική μεταχείριση προϊόντων
Η φορολογική μεταχείριση κάθε συναλλαγής προσδιορίζεται σύμφωνα με το πραγματικό είδος του προϊόντος, την ιδιότητα των συμβαλλομένων, τον τόπο παράδοσης και τις εφαρμοστέες διατάξεις που διέπουν την αντίστοιχη εμπορική δραστηριότητα.
Η επιχείρηση οφείλει να διακρίνει τις συνήθεις επιβαρύνσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας από τυχόν ειδικούς φόρους κατανάλωσης, τελωνειακούς δασμούς ή άλλες ειδικές φορολογικές υποχρεώσεις που μπορεί να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών.
Η υπαγωγή διαφορετικών προϊόντων στον ίδιο ηλεκτρονικό κατάλογο δεν συνεπάγεται ότι αυτά υπόκεινται αυτομάτως στην ίδια φορολογική μεταχείριση.
Για διασυνοριακές συναλλαγές πρέπει να εξετάζονται χωριστά οι φορολογικές υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη χώρα και στον αντίστοιχο τύπο πώλησης, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν τις εξ αποστάσεως συναλλαγές και τις εισαγωγές.
Ο Πωλητής οφείλει να γνωστοποιεί στον Πελάτη τις πληροφορίες για την τιμή και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που απαιτούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, χωρίς να χρησιμοποιεί γενική ρήτρα για την εκ των υστέρων επιβολή μη γνωστοποιημένων χρεώσεων κατά παράβαση της νομοθεσίας.
Η έκδοση του κατάλληλου φορολογικού παραστατικού και η εκπλήρωση των αντίστοιχων φορολογικών υποχρεώσεων πραγματοποιούνται από τον αρμόδιο φορέα της πραγματικής συναλλαγής, σύμφωνα με το εφαρμοστέο καθεστώς.
Νομοθετική βάση: Οδηγία 2006/112/ΕΚ για το κοινό σύστημα ΦΠΑ, Οδηγία (ΕΕ) 2020/262 για το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης, στον βαθμό που εφαρμόζεται στο αντίστοιχο προϊόν, και άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
41. Αντικατάσταση μη συμμορφούμενου προϊόντος και παράδοση κατάλληλου αγαθού
Όταν το παραδοθέν προϊόν παρουσιάζει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής μπορεί να δικαιούται την αντικατάστασή του με αγαθό που ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η αντικατάσταση πραγματοποιείται με προϊόν που διαθέτει τα συμφωνημένα χαρακτηριστικά, την αντίστοιχη ποσότητα και την απαιτούμενη ποιότητα.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι οποιοδήποτε αγαθό της ίδιας μάρκας ή εμπορικής κατηγορίας αποτελεί αυτομάτως κατάλληλο υποκατάστατο του προϊόντος που συμφωνήθηκε.
Η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιείται δωρεάν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
Ο Πωλητής αναλαμβάνει το κόστος παραλαβής του αντικαθιστώμενου αγαθού, σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις της νομοθεσίας.
Εάν η αντικατάσταση είναι αδύνατη ή συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος σε σύγκριση με άλλο νόμιμο μέσο αποκατάστασης, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις που προσδιορίζουν τα δικαιώματα των συμβαλλομένων.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει πρόσθετη χρέωση αποκλειστικά για την εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης αντικατάστασης μη συμμορφούμενου αγαθού.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 παράγραφοι 2–4 και 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
42. Έλλειψη αποθέματος μετά την υποβολή παραγγελίας και νόμιμη αντιμετώπιση της αδυναμίας εκτέλεσης
Σε περίπτωση που, μετά την υποβολή συγκεκριμένης παραγγελίας, διαπιστωθεί ότι ένα ή περισσότερα παραγγελθέντα προϊόντα δεν είναι διαθέσιμα στην ποσότητα ή στην έκδοση που επιλέχθηκε, ο Πωλητής εξετάζει την πραγματική αιτία της έλλειψης και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η αντίστοιχη συναλλαγή.
Η έλλειψη αποθέματος μπορεί να οφείλεται σε ταυτόχρονες παραγγελίες, καθυστερημένη ενημέρωση των διαθέσιμων ποσοτήτων, ανακριβή πληροφορία εξωτερικού προμηθευτή, τεχνικό σφάλμα αντιστοίχισης προϊόντος ή άλλη πραγματική μεταβολή της διαθεσιμότητας.
Ο Πωλητής οφείλει να ενημερώνει τον Πελάτη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν η έλλειψη αποθέματος επηρεάζει ουσιωδώς τη δυνατότητα εκτέλεσης της παραγγελίας σύμφωνα με τους συμφωνημένους όρους.
Εφόσον η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, η έλλειψη αποθέματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή του Πωλητή από τις υποχρεώσεις του. Η επιχείρηση εξετάζει τη δυνατότητα εκπλήρωσης της σύμβασης, τις εφαρμοστέες προθεσμίες και τα δικαιώματα του Πελάτη σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.
Ο Πωλητής δύναται να προτείνει στον Πελάτη μεταγενέστερη παράδοση, διαφορετική έκδοση ή εναλλακτικό προϊόν, εφόσον η σχετική πρόταση είναι νόμιμη και παρουσιάζεται με σαφήνεια. Η πρόταση αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως τροποποίηση της αρχικής σύμβασης χωρίς την απαιτούμενη συμφωνία.
Εάν η συμφωνημένη παράδοση δεν πραγματοποιηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες νόμιμες συνέπειες. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης, ο Πωλητής επιστρέφει τα οφειλόμενα ποσά σύμφωνα με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει μονομερώς στον Πελάτη διαφορετικό προϊόν, μεγαλύτερη τιμή ή μεταγενέστερη ημερομηνία παράδοσης, αποκλειστικά λόγω αδυναμίας του προμηθευτή της να διαθέσει την αρχικά συμφωνημένη ποσότητα.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 παράγραφοι 1–4 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την παράδοση, την πρόσθετη προθεσμία, τη λύση της σύμβασης και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.
43. Αποδεικτικά στοιχεία, φωτογραφική τεκμηρίωση και νόμιμη διερεύνηση παραπόνων
Ο Πωλητής δύναται να ζητεί από τον Πελάτη τα στοιχεία που είναι αναγκαία και κατάλληλα για τη διερεύνηση συγκεκριμένου παραπόνου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του προϊόντος και το πραγματικό περιεχόμενο της αναφερόμενης πλημμέλειας.
Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τον αριθμό παραγγελίας, περιγραφή του προβλήματος, φωτογραφίες του παραδοθέντος προϊόντος ή άλλες πληροφορίες που διευκολύνουν την εξακρίβωση των περιστατικών.
Η συλλογή αποδεικτικού υλικού πρέπει να πραγματοποιείται με τρόπο αναλογικό και να περιορίζεται στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό.
Ο Πωλητής δεν δύναται να απαιτεί δυσανάλογη ή αντικειμενικά αδύνατη τεκμηρίωση ως γενική προϋπόθεση εξέτασης νόμιμης αξίωσης.
Η απουσία φωτογραφίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το παράπονο είναι αβάσιμο, εφόσον η πραγματική έλλειψη συμμόρφωσης μπορεί να αποδειχθεί με άλλο κατάλληλο μέσο.
Όταν το περιστατικό απαιτεί φυσική εξέταση του αγαθού, η διαδικασία πρέπει να οργανώνεται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες και χωρίς να μετακυλίεται στον καταναλωτή κόστος που βαρύνει νόμιμα τον Πωλητή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 11, 13 και 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771· άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, εφόσον η τεκμηρίωση περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα.
44. Ενημέρωση της κατάστασης παραγγελίας και υποχρέωση παροχής ακριβών πληροφοριών στον Πελάτη
Ο Πωλητής δύναται να παρέχει ηλεκτρονική υπηρεσία παρακολούθησης παραγγελιών, μέσω της οποίας ο Πελάτης ενημερώνεται για το στάδιο καταχώρισης, επεξεργασίας, πληρωμής, προετοιμασίας, αποστολής ή παράδοσης των προϊόντων που έχει παραγγείλει.
Οι πληροφορίες κατάστασης μπορεί να προέρχονται από το πληροφοριακό σύστημα του καταστήματος, τις αντίστοιχες υπηρεσίες πληρωμών, την εταιρεία μεταφοράς ή άλλες νόμιμες πηγές που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στον Πελάτη να ανταποκρίνονται, κατά το δυνατόν, στην πραγματική κατάσταση της παραγγελίας και να μην δημιουργούν παραπλανητική εντύπωση σχετικά με την ολοκλήρωση της πληρωμής ή της παράδοσης.
Η τεχνική ένδειξη ότι μια παραγγελία έχει αποσταλεί δεν συνιστά αυτομάτως απόδειξη ότι τα αγαθά έχουν παραδοθεί στον Πελάτη ή ότι έχει πραγματοποιηθεί η νόμιμη μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας ή φθοράς.
Αντίστοιχα, η εμφάνιση κατάστασης «ολοκληρωμένη» στο πληροφοριακό σύστημα δεν καταργεί αυτομάτως τα συμβατικά δικαιώματα του Πελάτη όταν η πραγματική παράδοση δεν έχει πραγματοποιηθεί ή όταν το παραδοθέν αγαθό παρουσιάζει έλλειψη συμμόρφωσης.
Όταν διαπιστώνεται ουσιώδες σφάλμα στην ενημέρωση της κατάστασης παραγγελίας, η επιχείρηση εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία και παρέχει στον Πελάτη τις αναγκαίες διευκρινίσεις σχετικά με την πραγματική εξέλιξη της συναλλαγής.
Η υπηρεσία παρακολούθησης δεν υποκαθιστά τις νόμιμες υποχρεώσεις του Πωλητή για την έγκαιρη παράδοση και την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την υποχρέωση παράδοσης και τη μεταβίβαση κινδύνου· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ σχετικά με την αποφυγή παραπλανητικών εμπορικών πληροφοριών.
45. Ακύρωση παραγγελίας πριν από τη σύναψη δεσμευτικής σύμβασης
Η δυνατότητα ακύρωσης παραγγελίας πριν από τη σύναψη δεσμευτικής σύμβασης εξετάζεται σύμφωνα με την πραγματική διαδικασία υποβολής και αποδοχής που εφαρμόζει το ηλεκτρονικό κατάστημα.
Εφόσον η υποβολή παραγγελίας αποτελεί πρόταση του Πελάτη προς τον Πωλητή και η σύμβαση δεν έχει ακόμη συναφθεί, οι συνέπειες τυχόν ανάκλησης της πρότασης ή μη αποδοχής της παραγγελίας καθορίζονται από τους εφαρμοστέους κανόνες του συμβατικού δικαίου.
Η επιχείρηση πρέπει να διακρίνει την απλή καταχώριση μιας παραγγελίας από την ανάληψη οριστικής συμβατικής υποχρέωσης, εφόσον η συγκεκριμένη διάκριση προβλέπεται νόμιμα από την πραγματική διαδικασία του καταστήματος.
Σε περίπτωση που η παραγγελία δεν οδηγήσει σε σύναψη σύμβασης, ο Πωλητής οφείλει να αντιμετωπίζει τα ποσά που τυχόν έχει εισπράξει σύμφωνα με τη νόμιμη αιτία της πληρωμής και τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η μη αποδοχή μιας παραγγελίας δεν παρέχει γενικό δικαίωμα παρακράτησης προκαταβολής ή άλλου ποσού χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι μια ήδη συναφθείσα σύμβαση παραμένει σε προγενέστερο στάδιο αποκλειστικά για να αποφύγει την εκπλήρωση υποχρεώσεων που έχουν ήδη δημιουργηθεί.
Όταν ο Πελάτης είναι καταναλωτής, η διαδικασία ακύρωσης πριν από τη σύναψη της σύμβασης πρέπει να διακρίνεται από το αυτοτελές νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης που μπορεί να ασκηθεί μετά τη σύναψή της.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 185 επ. του ελληνικού Αστικού Κώδικα σχετικά με την πρόταση και την αποδοχή, όπου εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο· άρθρο 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ σχετικά με την ηλεκτρονική παραγγελία· άρθρα 9–11 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης.
46. Περιορισμός πρόσβασης των αυτοματοποιημένων εργαλείων σε προσωπικά δεδομένα Πελατών
Τα πληροφοριακά συστήματα και τα αυτοματοποιημένα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού καταστήματος πρέπει να αποκτούν πρόσβαση μόνο στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των συγκεκριμένων νόμιμων λειτουργιών τους.
Η επιχείρηση οφείλει να διακρίνει τις διαδικασίες διαχείρισης εμπορικού καταλόγου, δημιουργίας περιεχομένου και υπολογισμού τιμών από τις διαδικασίες επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων παραγγελιών και πληρωμών.
Εργαλείο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη δημιουργία περιγραφών προϊόντων δεν πρέπει να αποκτά χωρίς νόμιμη ανάγκη πρόσβαση σε στοιχεία ταυτότητας, διευθύνσεις παράδοσης, οικονομικά δεδομένα ή άλλες προσωπικές πληροφορίες Πελατών.
Η επιχείρηση εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα διαχωρισμού δικαιωμάτων πρόσβασης, καταγραφής αναγκαίων ενεργειών και προστασίας των δεδομένων.
Όταν χρησιμοποιείται τρίτος πάροχος υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης, εξετάζονται χωριστά οι πραγματικές ροές δεδομένων, ο σκοπός επεξεργασίας και οι αντίστοιχες συμβατικές υποχρεώσεις.
Η χρήση κεντρικού συστήματος διαχείρισης για περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα απεριόριστης ανταλλαγής προσωπικών δεδομένων μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5 παράγραφος 1 στοιχεία β΄ και γ΄, 6, 25 και 32 του ΓΚΠΔ σχετικά με τον περιορισμό του σκοπού, την ελαχιστοποίηση, την προστασία δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και την ασφάλεια επεξεργασίας.
47. Τελική επιβεβαίωση της παραγγελίας και σαφής αναγνώριση της υποχρέωσης πληρωμής
Πριν από την οριστική υποβολή της ηλεκτρονικής παραγγελίας, ο Πωλητής οφείλει να παρέχει στον Πελάτη τις ουσιώδεις πληροφορίες της συγκεκριμένης συναλλαγής με τρόπο σαφή, ευδιάκριτο και κατάλληλο για το χρησιμοποιούμενο μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα κύρια χαρακτηριστικά των επιλεγμένων προϊόντων, τη συνολική τιμή συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων φόρων και πρόσθετων επιβαρύνσεων, καθώς και τις λοιπές πληροφορίες που πρέπει να παρουσιάζονται αμέσως πριν από την υποβολή παραγγελίας που συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής.
Η διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς πρέπει να καθιστά απολύτως σαφές ότι η οριστική υποβολή της παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής του συμφωνημένου τιμήματος.
Όταν η παραγγελία ολοκληρώνεται μέσω ηλεκτρονικού πλήκτρου ή αντίστοιχης λειτουργίας, η σχετική ένδειξη πρέπει να διατυπώνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ώστε ο Πελάτης να αναγνωρίζει ρητά ότι αναλαμβάνει υποχρέωση πληρωμής.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται από παραγγελία όταν δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεωτικές απαιτήσεις του άρθρου 8 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, εφόσον η συγκεκριμένη συναλλαγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους.
Η τελική διαδικασία υποβολής πρέπει επίσης να επιτρέπει στον Πελάτη να ελέγχει τα βασικά στοιχεία της παραγγελίας του και να διορθώνει σφάλματα καταχώρισης πριν από το τελικό στάδιο της συναλλαγής.
Η επιχείρηση οργανώνει την καταχώριση της παραγγελίας ώστε να είναι δυνατή η αναγνώριση των συμφωνημένων προϊόντων, του πραγματικού πληρωτέου ποσού και των ουσιωδών όρων που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη κατά τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 8 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την υποχρέωση σαφούς αναγνώρισης της υποχρέωσης πληρωμής και τις έννομες συνέπειες μη συμμόρφωσης· άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ σχετικά με τη διαδικασία ηλεκτρονικής παραγγελίας και τη διόρθωση σφαλμάτων καταχώρισης.
48. Ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη και πρόσθετες διαδικασίες επιβεβαίωσης ηλεκτρονικής πληρωμής
Για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στις οποίες εφαρμόζονται οι σχετικές απαιτήσεις του δικαίου υπηρεσιών πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζει τη διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης πελάτη, με την επιφύλαξη των νόμιμων εξαιρέσεων που προβλέπονται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο.
Η ισχυρή ταυτοποίηση μπορεί να βασίζεται σε ανεξάρτητα στοιχεία γνώσης, κατοχής ή βιομετρικών χαρακτηριστικών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στην αντίστοιχη υπηρεσία. Η συγκεκριμένη μέθοδος ταυτοποίησης καθορίζεται από τον αρμόδιο πάροχο και τις εφαρμοστέες τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις.
Ο Πελάτης ενδέχεται να χρειαστεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία επιβεβαίωσης μέσω της τράπεζάς του, της εφαρμογής πληρωμών ή άλλου κατάλληλου μηχανισμού που υποστηρίζεται από τον αντίστοιχο πάροχο.
Η εμφάνιση πρόσθετου σταδίου επιβεβαίωσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η πληρωμή έχει ολοκληρωθεί. Η κατάσταση της οικονομικής συναλλαγής προσδιορίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται από τον αρμόδιο πάροχο πληρωμών.
Εάν η διαδικασία ταυτοποίησης δεν ολοκληρωθεί επιτυχώς, ο Πωλητής δύναται να διατηρεί την παραγγελία σε κατάσταση εκκρεμούς πληρωμής, σύμφωνα με την πραγματική λειτουργία του καταστήματος και τους όρους της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η αποτυχία ταυτοποίησης δεν παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα να χαρακτηρίζει τη συναλλαγή ως δόλια ή να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις χωρίς νόμιμη αιτία. Εφόσον απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, η επιχείρηση συνεργάζεται με τον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με τις διαθέσιμες νόμιμες διαδικασίες.
Ο Πωλητής δεν δύναται να παρακάμπτει υποχρεωτικούς μηχανισμούς ισχυρής ταυτοποίησης ή να ζητά από τον Πελάτη την κοινοποίηση μυστικών στοιχείων πρόσβασης για την παράκαμψη της διαδικασίας ασφαλείας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2018/389, σχετικά με τις τεχνικές απαιτήσεις ισχυρής ταυτοποίησης πελάτη και τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
49. Καθορισμός ευθύνης εκτελωνισμού στις διεθνείς επαγγελματικές πωλήσεις
Στις πραγματικές επαγγελματικές συναλλαγές B2B που περιλαμβάνουν διεθνή μεταφορά αγαθών, ο Πωλητής και ο επαγγελματίας αγοραστής δύνανται να συμφωνούν ειδικούς εμπορικούς όρους σχετικά με την παράδοση, τον εκτελωνισμό, τους εισαγωγικούς δασμούς, τους φόρους και τα λοιπά έξοδα που συνδέονται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η κατανομή των σχετικών υποχρεώσεων πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια πριν από τη σύναψη της αντίστοιχης εμπορικής συμφωνίας.
Τα μέρη δύνανται να χρησιμοποιούν κατάλληλο κανόνα Incoterms 2020, με σαφή αναφορά στη συγκεκριμένη έκδοση των κανόνων και στον συμφωνημένο τόπο παράδοσης.
Η χρήση εμπορικού κανόνα δεν υποκαθιστά τις δεσμευτικές τελωνειακές διατάξεις ούτε μεταβάλλει αυτομάτως την ταυτότητα του προσώπου που υπέχει υποχρεώσεις έναντι των αρμόδιων τελωνειακών ή φορολογικών αρχών.
Ο Πωλητής οφείλει να διακρίνει την ιδιωτική κατανομή των οικονομικών εξόδων μεταξύ των συμβαλλομένων από την ευθύνη που μπορεί να προβλέπεται υποχρεωτικά για συγκεκριμένο τελωνειακό οφειλέτη ή διασαφιστή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 15 και 77 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 για τις πληροφορίες που παρέχονται στις τελωνειακές αρχές και την τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή. Οι κανόνες Incoterms 2020 αποτελούν εμπορικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου και εφαρμόζονται σύμφωνα με την αντίστοιχη συμβατική συμφωνία.
50. Επιστροφές χρημάτων μέσω παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και συμμόρφωση με τις νόμιμες προθεσμίες
Όταν προκύπτει νόμιμη υποχρέωση επιστροφής χρηματικού ποσού στον Πελάτη, ο Πωλητής οφείλει να πραγματοποιεί την επιστροφή σύμφωνα με την αιτία της, τους εφαρμοστέους συμβατικούς όρους και τις ειδικές απαιτήσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκε η αρχική συναλλαγή, ώστε να διεκπεραιώνεται η επιστροφή με κατάλληλη αντιστοίχιση προς τη συγκεκριμένη παραγγελία.
Σε περίπτωση νόμιμης υπαναχώρησης του καταναλωτή από εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης, η επιστροφή πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, κατά κανόνα, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο Πωλητής ενημερώθηκε για την απόφαση υπαναχώρησης.
Η επιστροφή πραγματοποιείται με το ίδιο μέσο πληρωμής που χρησιμοποιήθηκε για την αρχική συναλλαγή, εκτός εάν ο καταναλωτής έχει συμφωνήσει ρητά διαφορετικά και δεν επιβαρύνεται με έξοδα λόγω της επιστροφής.
Όταν πρόκειται για σύμβαση πώλησης αγαθών, ο Πωλητής μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να αναμείνει την παραλαβή των επιστρεφόμενων αγαθών ή την προσκόμιση αποδεικτικού της επιστροφής τους, ανάλογα με το ποιο γεγονός πραγματοποιείται πρώτο.
Η δυνατότητα αυτή δεν εφαρμόζεται ανεπιφύλακτα σε κάθε περίπτωση επιστροφής χρημάτων και δεν επιτρέπει την αναστολή επιστροφής όταν ο νόμος επιβάλλει διαφορετική υποχρέωση.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επικαλείται γενικά την ύπαρξη εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ως λόγο απεριόριστης αναβολής της έναρξης ή της ολοκλήρωσης των ενεργειών επιστροφής που ο ίδιος οφείλει να πραγματοποιήσει.
Όταν προκύπτει συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα στην εκτέλεση της επιστροφής, η επιχείρηση εξετάζει τα πραγματικά δεδομένα, συνεργάζεται με τον αρμόδιο πάροχο και ενημερώνει κατάλληλα τον Πελάτη, χωρίς να καταργούνται οι νόμιμες υποχρεώσεις της.
Η υποχρεωτική χρηματική επιστροφή δεν αντικαθίσταται μονομερώς με εκπτωτικό κουπόνι, πιστωτικό υπόλοιπο ή άλλη μελλοντική εμπορική παροχή όταν αυτό δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 παράγραφοι 1–3 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τις υποχρεώσεις του εμπόρου σε περίπτωση υπαναχώρησης, το μέσο επιστροφής χρημάτων, την προθεσμία και τις προϋποθέσεις νόμιμης αναμονής της επιστροφής αγαθών.
51. Προθεσμία επιστροφής χρημάτων μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης
Όταν ο καταναλωτής ασκεί νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης, ο Πωλητής οφείλει να επιστρέφει τις πληρωμές που προβλέπεται να επιστραφούν σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύμβαση και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η επιστροφή πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, κατά κανόνα, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο Πωλητής ενημερώθηκε για την απόφαση υπαναχώρησης του καταναλωτή.
Η ημερομηνία εσωτερικής έγκρισης του αιτήματος από το προσωπικό της επιχείρησης δεν αποτελεί αυτομάτως την ημερομηνία έναρξης της νόμιμης προθεσμίας επιστροφής.
Στις συμβάσεις πώλησης αγαθών, ο Πωλητής δύναται, υπό τις προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις, να αναμείνει την παραλαβή των επιστρεφόμενων αγαθών ή την προσκόμιση αποδεικτικού αποστολής τους, ανάλογα με το ποιο γεγονός πραγματοποιείται πρώτο.
Η δυνατότητα αυτή δεν εφαρμόζεται ανεπιφύλακτα όταν ο Πωλητής έχει προσφερθεί να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά ή όταν ειδική διάταξη επιβάλλει διαφορετική αντιμετώπιση.
Η ύπαρξη εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών πληρωμών δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση έγκαιρης πραγματοποίησης των ενεργειών επιστροφής που τον βαρύνουν.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 παράγραφοι 1–3 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
52. Συσκευασία αποστολής, προστασία αγαθών και ασφαλής μεταφορά
Ο Πωλητής οργανώνει τη συσκευασία των προϊόντων που αποστέλλει με τρόπο κατάλληλο για τη φύση, τις διαστάσεις, την ποσότητα και τα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων αγαθών.
Η συσκευασία πρέπει να παρέχει εύλογη προστασία έναντι των συνήθων συνθηκών χειρισμού και μεταφοράς, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές απαιτήσεις της επιλεγμένης υπηρεσίας αποστολής.
Για προϊόντα που διαθέτουν ιδιαίτερα ευαίσθητη εξωτερική συσκευασία ή μπορεί να υποστούν φθορά από υγρασία, πίεση ή άλλες συνθήκες μεταφοράς, η επιχείρηση εξετάζει τη χρήση κατάλληλων προστατευτικών υλικών.
Εάν συγκεκριμένο προϊόν υπόκειται σε ειδικούς κανόνες συσκευασίας ή μεταφοράς, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες υποχρεωτικές απαιτήσεις.
Η χρήση κατάλληλης συσκευασίας δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από την ευθύνη για απώλεια ή φθορά των αγαθών πριν από τη νόμιμη μεταβίβαση του κινδύνου στον καταναλωτή.
Σε περίπτωση που ο Πελάτης παραλάβει προϊόν το οποίο έχει υποστεί φθορά κατά τη μεταφορά, ο Πωλητής εξετάζει το περιστατικό και τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις του ανεξάρτητα από τη δυνατότητα άσκησης αξίωσης κατά της εταιρείας μεταφοράς.
Η επιχείρηση μπορεί να διατηρεί νόμιμα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη συσκευασία και την κατάσταση των αγαθών πριν από την αποστολή, χωρίς η ύπαρξη τέτοιων στοιχείων να αποκλείει αυτομάτως την απόδειξη μεταγενέστερης φθοράς.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ και άρθρα 5–7 και 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών και την ευθύνη του πωλητή.
53. Αριθμός παρακολούθησης αποστολής και ηλεκτρονική ενημέρωση του Πελάτη
Όταν η επιλεγμένη υπηρεσία μεταφοράς παρέχει αριθμό παρακολούθησης, ο Πωλητής μπορεί να γνωστοποιεί τον αντίστοιχο αριθμό στον Πελάτη, ώστε να διευκολύνεται η ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία της αποστολής.
Οι πληροφορίες παρακολούθησης μπορεί να εμφανίζονται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος, του λογαριασμού παραγγελιών ή της αντίστοιχης υπηρεσίας του μεταφορέα.
Η διαθεσιμότητα και η συχνότητα ενημέρωσης των πληροφοριών παρακολούθησης μπορεί να εξαρτώνται από τις πραγματικές λειτουργίες του μεταφορέα και τις συνθήκες της συγκεκριμένης αποστολής.
Ο Πωλητής δεν υποχρεούται να παρουσιάζει κάθε ενδιάμεσο στάδιο μεταφοράς όταν ο μεταφορέας δεν παρέχει τέτοια πληροφορία. Ωστόσο, δεν πρέπει να εμφανίζονται ανακριβείς πληροφορίες που δημιουργούν παραπλανητική εικόνα σχετικά με την πραγματική κατάσταση της παραγγελίας.
Η καταχώριση αριθμού παρακολούθησης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι τα προϊόντα παραδόθηκαν στον Πελάτη.
Αντίστοιχα, η εμφάνιση ένδειξης παράδοσης στο πληροφοριακό σύστημα του μεταφορέα αξιολογείται σε συνδυασμό με τα πραγματικά στοιχεία της συναλλαγής και τις εφαρμοστέες διατάξεις για τη μεταβίβαση του κινδύνου.
Όταν ο Πελάτης αμφισβητεί την πραγματική παραλαβή της αποστολής, η επιχείρηση εξετάζει τις διαθέσιμες πληροφορίες και συνεργάζεται με τον μεταφορέα για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που συνδέονται με την παρακολούθηση της αποστολής εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, τα άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ.
54. Έξοδα αποστολής και γνωστοποίηση των διαθέσιμων υπηρεσιών μεταφοράς
Τα έξοδα αποστολής που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη παραγγελία πρέπει να γνωστοποιούνται στον Πελάτη πριν από την οριστική υποβολή της, ώστε να μπορεί να αξιολογήσει τη συνολική οικονομική επιβάρυνση της συναλλαγής.
Η επιχείρηση δύναται να προσφέρει διαφορετικούς τρόπους μεταφοράς, οι οποίοι μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς την τιμή, τον εκτιμώμενο χρόνο παράδοσης, την περιοχή εξυπηρέτησης και τις πρόσθετες υπηρεσίες που περιλαμβάνουν.
Όταν το κόστος μεταφοράς εξαρτάται από τη χώρα προορισμού, το βάρος, τον όγκο, την αξία της παραγγελίας ή άλλους αντικειμενικούς παράγοντες, η αντίστοιχη χρέωση πρέπει να παρουσιάζεται κατάλληλα στο πλαίσιο της διαδικασίας αγοράς.
Η επιλογή συγκεκριμένης υπηρεσίας αποστολής από τον Πελάτη πραγματοποιείται μεταξύ των πραγματικά διαθέσιμων επιλογών που προσφέρονται για τη συγκεκριμένη παραγγελία και τον αντίστοιχο προορισμό.
Εάν μετά τη σύναψη της σύμβασης προκύψει ανάγκη χρήσης διαφορετικής υπηρεσίας μεταφοράς, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τις συνέπειες για τη συμφωνημένη τιμή, τον χρόνο παράδοσης και τα λοιπά ουσιώδη στοιχεία της συναλλαγής.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει μονομερώς πρόσθετη χρέωση μεταφοράς που δεν προβλέπεται νόμιμα από τη συμφωνία ή τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία ε΄ και ζ΄ και άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τα έξοδα αποστολής, τους όρους παράδοσης και την προηγούμενη ενημέρωση του καταναλωτή.
55. Διαχείριση ατυχημάτων και σοβαρών περιστατικών που συνδέονται με την ασφάλεια προϊόντων
Όταν η επιχείρηση λαμβάνει πληροφορία σχετικά με ατύχημα ή άλλο σοβαρό περιστατικό που ενδέχεται να συνδέεται με την ασφάλεια προϊόντος το οποίο έχει διαθέσει, οφείλει να εξετάζει την αναφορά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η διαδικασία διερεύνησης μπορεί να περιλαμβάνει την αναγνώριση του προϊόντος, της παρτίδας, των πραγματικών συνθηκών του περιστατικού και των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του κινδύνου.
Ο Πωλητής δύναται να συνεργάζεται με τον κατασκευαστή, τον εισαγωγέα, άλλους εμπλεκόμενους οικονομικούς φορείς και τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν στον πραγματικό του ρόλο.
Όπου εφαρμόζεται υποχρέωση γνωστοποίησης ατυχήματος μέσω του Safety Business Gateway, η σχετική ενέργεια πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και αρμοδιότητες.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι κάθε αναφορά ατυχήματος αποδεικνύει αυτομάτως ελάττωμα του προϊόντος ή συγκεκριμένη αστική ευθύνη.
Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεται να απορρίπτει χωρίς εξέταση αξιόπιστη πληροφορία που μπορεί να θεμελιώνει υποχρέωση λήψης μέτρων ασφαλείας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 σχετικά με την αναφορά ατυχημάτων που συνδέονται με την ασφάλεια προϊόντων.
56. Τεκμηρίωση προέλευσης, ταυτοποίηση και ιχνηλασιμότητα προϊόντων
Ο Πωλητής οργανώνει την αναγκαία διατήρηση των στοιχείων προέλευσης των προϊόντων που εμπορεύεται, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών και στον πραγματικό του ρόλο ως οικονομικού φορέα.
Η τεκμηρίωση μπορεί να περιλαμβάνει τα στοιχεία του προμηθευτή, τα σχετικά εμπορικά παραστατικά, τους κωδικούς αναγνώρισης των προϊόντων, τις πληροφορίες παρτίδας και τα λοιπά δεδομένα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση συγκεκριμένων νόμιμων υποχρεώσεων.
Η χρήση κεντρικού πληροφοριακού συστήματος επιτρέπει στην επιχείρηση να οργανώνει την αντιστοίχιση προϊόντων, προμηθευτών και παραγγελιών, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει αποτελεσματικότερα περιστατικά ασφάλειας, ανακλήσεις ή άλλες περιπτώσεις που απαιτούν την αναγνώριση συγκεκριμένων αγαθών.
Η υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων στοιχείων και η διάρκεια διατήρησής τους καθορίζονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία και τις πραγματικές ανάγκες της αντίστοιχης δραστηριότητας.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η ύπαρξη οποιουδήποτε φορολογικού παραστατικού αποδεικνύει αυτομάτως τη συμμόρφωση ενός προϊόντος με όλες τις απαιτήσεις ασφάλειας, επισήμανσης ή εμπορίας.
Όπου τα στοιχεία ιχνηλασιμότητας συνδέονται με προσωπικά δεδομένα Πελατών, η σχετική επεξεργασία πραγματοποιείται σύμφωνα με τις νόμιμες βάσεις και τις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων αυτών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9–12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με τις υποχρεώσεις των αντίστοιχων οικονομικών φορέων και τη διαχείριση πληροφοριών προϊόντων, σε συνδυασμό με τις ειδικές υποχρεώσεις ιχνηλασιμότητας που εφαρμόζονται ανά κατηγορία αγαθών.
57. Σφάλματα συναλλαγματικής μετατροπής, διαφορετικά νομίσματα και πραγματικό ποσό πληρωμής
Ο Πωλητής δύναται να παρουσιάζει τις τιμές των προϊόντων του σε περισσότερα από ένα νομίσματα, όταν αυτό εξυπηρετεί την ενημέρωση των Πελατών που πραγματοποιούν συναλλαγές από διαφορετικές χώρες ή χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα πληρωμής.
Η παρουσίαση τιμής σε διαφορετικό νόμισμα πρέπει να πραγματοποιείται με τρόπο που επιτρέπει στον Πελάτη να γνωρίζει το νόμισμα στο οποίο πραγματοποιείται η συναλλαγή και το πραγματικό ποσό που οφείλει να καταβάλει στον Πωλητή πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας.
Όταν χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί συναλλαγματικής μετατροπής, η επιχείρηση μεριμνά ώστε οι σχετικοί υπολογισμοί να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον δηλωμένο τρόπο μετατροπής και να αποφεύγονται ασυμφωνίες μεταξύ της τιμής που εμφανίζεται στον κατάλογο, του ηλεκτρονικού καλαθιού και του τελικού ποσού πληρωμής.
Η συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται από τράπεζα, εκδότη κάρτας ή ανεξάρτητο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να διαφέρει από την ενδεικτική ισοτιμία που χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό κατάστημα. Ο Πελάτης ενημερώνεται, όπου απαιτείται, για το νόμισμα της συναλλαγής και για το ενδεχόμενο εφαρμογής συναλλαγματικής μετατροπής από τον αντίστοιχο πάροχο.
Ο Πωλητής δεν αναλαμβάνει αυτομάτως την ευθύνη για κάθε μεταβολή συναλλαγματικής ισοτιμίας ή χρέωση που επιβάλλεται ανεξάρτητα από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του Πελάτη. Η πρόβλεψη αυτή δεν αποκλείει την ευθύνη του Πωλητή για ανακριβή παρουσίαση του συμφωνημένου τιμήματος, εσφαλμένη χρέωση που οφείλεται στο δικό του σύστημα ή παράλειψη υποχρεωτικής ενημέρωσης.
Εάν διαπιστωθεί αντικειμενικό τεχνικό σφάλμα κατά τη μετατροπή νομίσματος, η επιχείρηση εξετάζει τη συγκεκριμένη συναλλαγή με βάση το νόμισμα που είχε συμφωνηθεί, το πραγματικό ποσό πληρωμής, το στάδιο σύναψης της σύμβασης και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η ύπαρξη σφάλματος συναλλαγματικής μετατροπής δεν παρέχει γενικό δικαίωμα μονομερούς αύξησης του τιμήματος ήδη συναφθείσας σύμβασης ούτε δικαιολογεί την παρακράτηση ποσού που εισπράχθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ και άρθρο 8 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την ενημέρωση για τη συνολική τιμή και την υποχρέωση πληρωμής. Άρθρα 45 και 59 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με τις πληροφορίες για υπηρεσίες πληρωμών και τη μετατροπή νομίσματος, στον βαθμό που εφαρμόζονται στους εμπλεκόμενους παρόχους.
58. Παραλαβή κατεστραμμένου δέματος και διαδικασία διερεύνησης της φθοράς
Όταν ο Πελάτης παραλαμβάνει δέμα του οποίου η εξωτερική συσκευασία ή το περιεχόμενο παρουσιάζει εμφανή φθορά, δύναται να ενημερώνει τον Πωλητή μέσω των διαθέσιμων μέσων επικοινωνίας.
Η επιχείρηση μπορεί να ζητεί κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της αποστολής, όπως περιγραφή της φθοράς και διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο και εύλογο για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Η δυνατότητα συλλογής φωτογραφιών ή άλλων στοιχείων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δυσανάλογο εμπόδιο στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του Πελάτη.
Η φθορά της εξωτερικής συσκευασίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το ίδιο το προϊόν παρουσιάζει έλλειψη συμμόρφωσης. Αντίστοιχα, η απουσία εμφανών εξωτερικών φθορών δεν αποκλείει το ενδεχόμενο βλάβης ή ελαττώματος του περιεχόμενου αγαθού.
Η επιχείρηση εξετάζει την πραγματική κατάσταση των προϊόντων, τις πληροφορίες της συγκεκριμένης παραγγελίας και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εφόσον διαπιστώνεται ότι το παραδοθέν προϊόν δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα δικαιώματα του Πελάτη λόγω έλλειψης συμμόρφωσης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να αποκλείει γενικά τις σχετικές αξιώσεις αποκλειστικά επειδή ο Πελάτης δεν υπέβαλε δήλωση επιφύλαξης στον μεταφορέα κατά την παραλαβή, όταν τέτοια προϋπόθεση θα περιόριζε υποχρεωτικά δικαιώματα καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ και άρθρα 5–7 και 13–16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
59. Εκκρεμείς συναλλαγές, προσωρινή δέσμευση ποσών και διάκριση από την οριστική είσπραξη
Κατά τη διαδικασία ηλεκτρονικής πληρωμής μπορεί να πραγματοποιείται προσωρινή δέσμευση χρηματικού ποσού, έλεγχος διαθεσιμότητας κεφαλαίων ή άλλη ενδιάμεση διαδικασία που προηγείται της οριστικής εκτέλεσης και εκκαθάρισης της συναλλαγής.
Η εμφάνιση δεσμευμένου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό ή στην κάρτα του Πελάτη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το αντίστοιχο ποσό έχει πιστωθεί οριστικά στον Πωλητή.
Ο Πωλητής δύναται να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της πληρωμής από τον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ώστε να προσδιορίζεται εάν η συναλλαγή έχει εξουσιοδοτηθεί, εκτελεστεί, απορριφθεί, ακυρωθεί ή παραμένει σε άλλη ενδιάμεση κατάσταση.
Όταν ο Πελάτης αναφέρει ότι εμφανίζεται δέσμευση ποσού χωρίς αντίστοιχη επιβεβαίωση ολοκλήρωσης της παραγγελίας, η επιχείρηση εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία και συνεργάζεται με τον πάροχο πληρωμών, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Η επιχείρηση δεν πρέπει να απαιτεί δεύτερη πληρωμή ως ολοκληρωμένη νέα συναλλαγή χωρίς να έχει εξετάσει κατάλληλα την πραγματική κατάσταση της αρχικής καταβολής, όταν υφίσταται συγκεκριμένη ένδειξη ενδεχόμενης διπλής είσπραξης.
Εάν η προσωρινή δέσμευση δεν μετατραπεί σε οριστική χρέωση, η αποδέσμευση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις νόμιμες υποχρεώσεις των αρμόδιων παρόχων. Ο Πωλητής συνεργάζεται κατάλληλα όταν απαιτείται ενέργεια από την πλευρά του για την άρση εκκρεμούς εξουσιοδότησης.
Η προσωρινή δέσμευση ποσού δεν καταργεί τα δικαιώματα του Πελάτη σχετικά με την πραγματική συμφωνία αγοράς ούτε δημιουργεί αυτοτελώς δικαίωμα του Πωλητή να εισπράξει πρόσθετο ποσό χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 64 και 75 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την εξουσιοδότηση συναλλαγών και τη δέσμευση χρηματικών ποσών στο πλαίσιο συναλλαγών με κάρτα, στον βαθμό που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη υπηρεσία πληρωμών.
60. Έλεγχος απαιτούμενων πληροφοριών και προειδοποιήσεων ασφαλείας πριν από τη δημοσίευση προϊόντος
Πριν από τη διάθεση συγκεκριμένου προϊόντος μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τις απαιτήσεις ασφάλειας και ενημέρωσης που εφαρμόζονται στην πραγματική κατηγορία του αγαθού.
Όταν το προϊόν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, η διαδικτυακή προσφορά πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 19 του Κανονισμού.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τα προβλεπόμενα στοιχεία του κατασκευαστή, του αρμόδιου υπεύθυνου προσώπου, τα χαρακτηριστικά ταυτοποίησης του προϊόντος και τις απαιτούμενες προειδοποιήσεις ή πληροφορίες ασφαλείας.
Ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει εάν για το συγκεκριμένο αγαθό εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις οι οποίες συμπληρώνουν ή διαφοροποιούν τις γενικές απαιτήσεις ασφάλειας.
Η ύπαρξη εμπορικής περιγραφής που δημιουργήθηκε από προμηθευτή ή αυτοματοποιημένο σύστημα δεν υποκαθιστά τις απαιτούμενες πληροφορίες ασφαλείας.
Η επιχείρηση δύναται να αναστέλλει τη δημοσίευση ή διάθεση συγκεκριμένου προϊόντος όταν δεν διαθέτει τις πληροφορίες που απαιτούνται νόμιμα για τη συγκεκριμένη προσφορά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 9, 11, 12 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, ανάλογα με τον πραγματικό ρόλο του οικονομικού φορέα και το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
61. Έλεγχος πραγματικής διαθεσιμότητας, δυνατότητας εκτέλεσης και επιβεβαίωσης παραγγελίας
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί κατάλληλες τεχνικές και οργανωτικές διαδικασίες για την επαλήθευση της πραγματικής διαθεσιμότητας των προϊόντων που περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένη παραγγελία και της δυνατότητας εκτέλεσής της σύμφωνα με τους συμφωνημένους όρους.
Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει την επιβεβαίωση του διαθέσιμου αποθέματος, την αντιστοίχιση των επιλεγμένων προϊόντων με τους πραγματικούς κωδικούς και τις ποσότητες, την κατάσταση της πληρωμής, τις διαθέσιμες υπηρεσίες αποστολής και τους νόμιμους περιορισμούς που ενδέχεται να εφαρμόζονται στα παραγγελθέντα αγαθά.
Όταν η εκτέλεση συγκεκριμένης παραγγελίας εξαρτάται από εξωτερικό προμηθευτή, η επιχείρηση δύναται να πραγματοποιεί τον αναγκαίο έλεγχο των πληροφοριών διαθεσιμότητας που παρέχονται από τον αντίστοιχο συνεργάτη.
Η ύπαρξη αυτοματοποιημένου μηχανισμού εισαγωγής και ενημέρωσης προϊόντων δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση να παρουσιάζει με ακρίβεια τις ουσιώδεις πληροφορίες της εμπορικής προσφοράς του και να εκτελεί τις συμβάσεις που έχει νόμιμα συνάψει.
Εάν η παραγγελία δεν έχει ακόμη καταστεί δεσμευτική σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διαδικασία σύναψης, ο Πωλητής εξετάζει τη δυνατότητα αποδοχής της με βάση τις πραγματικές συνθήκες και τις πληροφορίες που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στον Πελάτη.
Εάν, αντίθετα, η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, ο μεταγενέστερος έλεγχος διαθεσιμότητας δεν παρέχει γενικό δικαίωμα μονομερούς ακύρωσης, αντικατάστασης προϊόντων ή απεριόριστης παράτασης της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι διαδικασίες ελέγχου να ολοκληρώνονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο Πελάτης να ενημερώνεται κατάλληλα όταν προκύπτει πραγματικό ζήτημα που επηρεάζει ουσιωδώς την εκτέλεση της συναλλαγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τους συμφωνημένους όρους και την προθεσμία παράδοσης των αγαθών. Άρθρο 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ σχετικά με την ηλεκτρονική καταχώριση και επιβεβαίωση παραλαβής παραγγελίας.
62. Πρόσβαση στην ιστοσελίδα και διαθεσιμότητα των ηλεκτρονικών υπηρεσιών
Ο Πωλητής καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για τη διατήρηση της λειτουργικότητας του ηλεκτρονικού καταστήματος και της πρόσβασης στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την πραγματοποίηση συναλλαγών, την παρακολούθηση παραγγελιών και την επικοινωνία με την επιχείρηση.
Η λειτουργία της ιστοσελίδας εξαρτάται από τεχνικές υποδομές, υπηρεσίες φιλοξενίας, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, λογισμικό και άλλες ηλεκτρονικές υπηρεσίες, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζονται από προσωρινές δυσλειτουργίες, εργασίες συντήρησης ή απρόβλεπτα τεχνικά περιστατικά.
Η επιχείρηση μπορεί να λαμβάνει εύλογα μέτρα προσωρινής αναστολής συγκεκριμένων ηλεκτρονικών λειτουργιών όταν αυτό απαιτείται για την προστασία της ασφάλειας, της ακεραιότητας των δεδομένων ή της ορθής λειτουργίας του καταστήματος.
Η προσωρινή μη διαθεσιμότητα της ιστοσελίδας δεν καταργεί αυτομάτως τις συμβατικές υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί ούτε στερεί από τον Πελάτη τα δικαιώματα που απορρέουν από ολοκληρωμένη παραγγελία.
Σε περίπτωση που τεχνικό περιστατικό επηρεάζει ουσιωδώς την εκτέλεση συγκεκριμένης συναλλαγής, ο Πωλητής οφείλει να αντιμετωπίσει τις συνέπειές του σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις, τους συμβατικούς όρους και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την παράδοση αγαθών· άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όσον αφορά την ασφάλεια και τη δυνατότητα αποκατάστασης συστημάτων που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα. Οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν γενική εγγύηση αδιάλειπτης λειτουργίας κάθε ιστοσελίδας.
63. Αποδεκτοί τρόποι πληρωμής και προϋποθέσεις ολοκλήρωσης της οικονομικής συναλλαγής
Ο Πωλητής παρέχει στον Πελάτη τη δυνατότητα εξόφλησης των παραγγελιών του μέσω των μεθόδων πληρωμής που εμφανίζονται ως διαθέσιμες κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς. Οι προσφερόμενες μέθοδοι μπορούν να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, πληρωμή με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα, τραπεζική μεταφορά ή άλλες νόμιμες υπηρεσίες πληρωμών που υποστηρίζονται από το ηλεκτρονικό κατάστημα.
Η διαθεσιμότητα συγκεκριμένης μεθόδου πληρωμής μπορεί να εξαρτάται από τη φύση της συναλλαγής, το πραγματικό ποσό της παραγγελίας, τις τεχνικές δυνατότητες του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τους νόμιμους περιορισμούς που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οποιοσδήποτε περιορισμός πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις υποχρεωτικές διατάξεις που διέπουν την αποδοχή μέσων πληρωμής και τις συναλλαγές μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων.
Ο Πελάτης ενημερώνεται για τους διαθέσιμους τρόπους πληρωμής και τις ουσιώδεις προϋποθέσεις χρήσης τους πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας. Η επιχείρηση δεν δύναται να παρουσιάζει συγκεκριμένη μέθοδο ως διαθέσιμη και στη συνέχεια να επιβάλλει μη γνωστοποιημένες πρόσθετες υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις κατά παράβαση της νομοθεσίας.
Η επιλογή συγκεκριμένης μεθόδου πληρωμής συνεπάγεται την εφαρμογή των διαδικασιών που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της αντίστοιχης συναλλαγής. Όταν η πληρωμή πραγματοποιείται μέσω ανεξάρτητου αδειοδοτημένου παρόχου, εφαρμόζονται οι νόμιμες απαιτήσεις ταυτοποίησης, εξουσιοδότησης και εκτέλεσης που αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη υπηρεσία.
Ο Πωλητής δύναται να οργανώνει τη διαδικασία εκτέλεσης της παραγγελίας με βάση την πραγματική κατάσταση της πληρωμής, σύμφωνα με τους όρους που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη. Η ύπαρξη εκκρεμούς ή αποτυχημένης πληρωμής δεν θεωρείται αυτομάτως απόδειξη κακόβουλης συμπεριφοράς του Πελάτη ούτε παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα επιβολής αυθαίρετων οικονομικών κυρώσεων.
Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την ολοκλήρωση της πληρωμής, τα μέρη δύνανται να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα στοιχεία της παραγγελίας, τα αναγνωριστικά συναλλαγής και τις επιβεβαιώσεις του αντίστοιχου παρόχου, με την επιφύλαξη των ειδικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπει η νομοθεσία για τις υπηρεσίες πληρωμών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄, 8 παράγραφος 3 και 19 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την ενημέρωση για τη συνολική τιμή, τους αποδεκτούς τρόπους πληρωμής και τις επιβαρύνσεις για τη χρήση τους. Άρθρα 64 και 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, σχετικά με την εξουσιοδότηση συναλλαγών πληρωμής και την ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη.
64. Πρόσθετες χρεώσεις, προαιρετικές υπηρεσίες και ρητή συναίνεση του Πελάτη
Ο Πωλητής μπορεί να προσφέρει πρόσθετες υπηρεσίες ή προαιρετικές εμπορικές επιλογές που συνδέονται με συγκεκριμένη παραγγελία, εφόσον η αντίστοιχη παροχή και το κόστος της γνωστοποιούνται κατάλληλα στον Πελάτη.
Όταν μια πρόσθετη πληρωμή αφορά υπηρεσία ή παροχή πέραν της κύριας συμβατικής υποχρέωσης του Πωλητή, απαιτείται η ρητή συναίνεση του καταναλωτή όπου αυτό προβλέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι ο Πελάτης αποδέχθηκε πρόσθετη πληρωμή αποκλειστικά επειδή δεν απενεργοποίησε προεπιλεγμένη επιλογή που είχε ενεργοποιηθεί αυτόματα κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς.
Οι προαιρετικές υπηρεσίες πρέπει να παρουσιάζονται με τρόπο που επιτρέπει στον Πελάτη να διακρίνει την κύρια τιμή της παραγγελίας από το πρόσθετο κόστος που συνδέεται με τη συγκεκριμένη επιλογή.
Εάν εισπραχθεί ποσό για προαιρετική υπηρεσία χωρίς την απαιτούμενη ρητή συναίνεση, εφαρμόζονται οι σχετικές νόμιμες συνέπειες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επιστροφής της αντίστοιχης πληρωμής όπου αυτό προβλέπεται.
Η ύπαρξη γενικής αποδοχής των Όρων και Προϋποθέσεων δεν υποκαθιστά την ιδιαίτερη συναίνεση που απαιτείται για συγκεκριμένη πρόσθετη πληρωμή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 22 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τις πρόσθετες πληρωμές, και άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της ίδιας Οδηγίας για την προηγούμενη ενημέρωση σχετικά με τη συνολική τιμή της συναλλαγής.
65. Απρόβλεπτες εισαγωγικές επιβαρύνσεις και κατανομή τελωνειακών δαπανών
Όταν συγκεκριμένη παραγγελία προορίζεται για χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπόκειται σε ειδική διαδικασία εισαγωγής, ενδέχεται να προκύπτουν τελωνειακές, φορολογικές ή άλλες υποχρεωτικές επιβαρύνσεις.
Ο Πωλητής οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται σχετικά με το πραγματικό κόστος της συναλλαγής και το ενδεχόμενο εφαρμογής πρόσθετων επιβαρύνσεων, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Σε επαγγελματικές συναλλαγές δύναται να συμφωνείται ειδική κατανομή των εξόδων εκτελωνισμού και εισαγωγής, εφόσον η αντίστοιχη συμφωνία είναι σαφής και επιτρέπεται από τη νομοθεσία.
Η ύπαρξη απρόβλεπτης εισαγωγικής επιβάρυνσης δεν παρέχει αυτομάτως στον Πωλητή δικαίωμα να επιβάλει οποιοδήποτε πρόσθετο ποσό στον Πελάτη μετά τη σύναψη της σύμβασης.
Οι συνέπειες εξετάζονται με βάση τη συμφωνημένη κατανομή των εξόδων, τη νόμιμη υποχρέωση ενημέρωσης και την πραγματική αιτία της επιβάρυνσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ για την προηγούμενη ενημέρωση σχετικά με το συνολικό τίμημα και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις· Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 για τις σχετικές τελωνειακές υποχρεώσεις.
66. Μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές πληρωμής, αμφισβήτηση εξουσιοδότησης και δικαιώματα του πληρωτή
Σε περίπτωση που ο Πελάτης υποστηρίζει ότι συγκεκριμένη συναλλαγή πληρωμής πραγματοποιήθηκε χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότησή του, η αντίστοιχη αμφισβήτηση εξετάζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο πλαίσιο υπηρεσιών πληρωμών και τις νόμιμες διαδικασίες του αρμόδιου παρόχου.
Η ύπαρξη καταχωρισμένης παραγγελίας στο ηλεκτρονικό κατάστημα δεν αποτελεί από μόνη της οριστική απόδειξη ότι ο πραγματικός κάτοχος του χρησιμοποιηθέντος μέσου πληρωμής είχε εξουσιοδοτήσει τη συγκεκριμένη οικονομική συναλλαγή.
Αντίστοιχα, η επιτυχής ολοκλήρωση συγκεκριμένης διαδικασίας τεχνικής ταυτοποίησης δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι ο πληρωτής ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια.
Ο Πελάτης δύναται να γνωστοποιεί την αμφισβήτηση στον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις και προθεσμίες που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο Πωλητής συνεργάζεται, στον βαθμό που απαιτείται, με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για την παροχή των νόμιμα διαθέσιμων στοιχείων που συνδέονται με την εμπορική συναλλαγή, χωρίς να υποκαθιστά τις αρμοδιότητες ή τις υποχρεώσεις που η νομοθεσία αναθέτει στον ίδιο τον πάροχο.
Η επιχείρηση δεν δύναται να απαιτεί από τον Πελάτη την προηγούμενη απόδειξη δόλου τρίτου προσώπου ως γενική προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τις μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές πληρωμών.
Όταν η αμφισβήτηση αφορά συγκεκριμένη εμπορική παραγγελία, πρέπει να διακρίνεται η νομιμότητα της οικονομικής συναλλαγής από το ζήτημα της πραγματικής παράδοσης των αγαθών και της ύπαρξης ή μη δεσμευτικής σύμβασης αγοράς.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα να εξετάζει τις νόμιμες αξιώσεις της με βάση τα πραγματικά δεδομένα, χωρίς να μεταβάλλει μονομερώς την υποχρεωτική κατανομή ευθύνης και του βάρους απόδειξης που προβλέπεται από το δίκαιο υπηρεσιών πληρωμών.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 64 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την εξουσιοδότηση συναλλαγών πληρωμής, άρθρο 71 για τη γνωστοποίηση μη εξουσιοδοτημένων ή εσφαλμένα εκτελεσμένων συναλλαγών, άρθρο 72 για την απόδειξη εξουσιοδότησης και εκτέλεσης, άρθρο 73 για την ευθύνη του παρόχου και άρθρο 74 για την ευθύνη του πληρωτή.
67. Αμφισβητήσεις χρεώσεων (Chargebacks), προστασία από αβάσιμες απαιτήσεις και τεκμηρίωση της πραγματικής συναλλαγής
Ο Πελάτης διατηρεί το δικαίωμα να αμφισβητεί συγκεκριμένη χρέωση μέσω του αρμόδιου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία και τους κανόνες που διέπουν το αντίστοιχο μέσο πληρωμής.
Η αμφισβήτηση μπορεί να αφορά μη εξουσιοδοτημένη συναλλαγή, εσφαλμένο ποσό χρέωσης, μη παραλαβή των συμφωνημένων αγαθών, διαφορετικά προϊόντα από εκείνα που παραγγέλθηκαν ή άλλη αιτία που αναγνωρίζεται από το εφαρμοστέο νομικό ή συμβατικό πλαίσιο.
Ο Πωλητής διατηρεί το δικαίωμα να εξετάζει την πραγματική βάση της αμφισβήτησης και να προσκομίζει στον αρμόδιο πάροχο τα αναγκαία και νόμιμα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την πραγματοποίηση και την εκτέλεση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Τα στοιχεία αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν την καταχώριση της παραγγελίας, την ημερομηνία και το ποσό της πληρωμής, τα παραγγελθέντα προϊόντα, τις συμφωνημένες ποσότητες, την επιβεβαίωση της συναλλαγής, τα στοιχεία αποστολής και παράδοσης, καθώς και τη σχετική επικοινωνία με τον Πελάτη.
Η επιχείρηση μπορεί να αμφισβητεί αίτημα επιστροφής χρέωσης όταν διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που υποστηρίζουν ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε και εκτελέστηκε σύμφωνα με τη σύμβαση. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού πραγματοποιείται μέσω των νόμιμων διαδικασιών και των πραγματικά διαθέσιμων μηχανισμών του αρμόδιου παρόχου.
Η υποβολή αιτήματος chargeback δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη απάτης, κακόβουλης συμπεριφοράς ή αδικαιολόγητης απαίτησης του Πελάτη. Αντίστοιχα, η αρχική έγκριση μιας πληρωμής δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι ο Πωλητής έχει εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις του.
Εφόσον η επιχείρηση διαθέτει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ότι έχει πραγματοποιηθεί εν γνώσει του Πελάτη ψευδής δήλωση με σκοπό την αδικαιολόγητη επιστροφή χρημάτων, διατηρεί τη δυνατότητα να εξετάσει την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της, σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει αυτόματα πρόστιμο, πρόσθετη χρέωση ή άλλου είδους οικονομική κύρωση αποκλειστικά λόγω υποβολής αιτήματος chargeback. Οποιαδήποτε αξίωση αποκατάστασης πραγματικής ζημίας πρέπει να διαθέτει κατάλληλη νόμιμη ή συμβατική βάση και να αποδεικνύεται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες.
Η διαδικασία αμφισβήτησης χρέωσης δεν καταργεί τα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη σχετικά με την υπαναχώρηση, την έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών ή τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 71–74 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, όσον αφορά τις μη εξουσιοδοτημένες ή εσφαλμένα εκτελεσμένες συναλλαγές πληρωμών. Οι λοιπές διαδικασίες chargeback διέπονται επίσης από τους εφαρμοστέους κανόνες του αντίστοιχου συστήματος καρτών και τις συμβατικές σχέσεις με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
68. Αποδεικτικά αποστολής και παράδοσης, εξακρίβωση παραλαβής και αντιμετώπιση αμφισβητούμενων παραδόσεων
Ο Πωλητής οργανώνει κατάλληλη διαδικασία καταγραφής και διατήρησης των στοιχείων που συνδέονται με την αποστολή και παράδοση των προϊόντων, ώστε να είναι δυνατή η τεκμηρίωση της εκτέλεσης της συγκεκριμένης παραγγελίας.
Τα σχετικά στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνουν τον αριθμό παραγγελίας, τον αριθμό αποστολής, την ημερομηνία παράδοσης του δέματος στον μεταφορέα, την επιλεγμένη υπηρεσία μεταφοράς, τις πληροφορίες παρακολούθησης και τα διαθέσιμα αποδεικτικά παραλαβής.
Όταν η παράδοση πραγματοποιείται μέσω ανεξάρτητης εταιρείας μεταφοράς, ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που παρέχει η αντίστοιχη υπηρεσία για την παρακολούθηση της αποστολής και τη διερεύνηση πραγματικών περιστατικών απώλειας, καθυστέρησης ή αμφισβητούμενης παράδοσης.
Η εμφάνιση ένδειξης «παραδόθηκε» στο σύστημα του μεταφορέα αποτελεί στοιχείο που μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διερεύνηση της συναλλαγής, αλλά δεν θεωρείται αυτομάτως αμάχητη απόδειξη ότι το δέμα παραδόθηκε πράγματι στον Πελάτη ή σε πρόσωπο που είχε οριστεί νόμιμα ως παραλήπτης.
Σε περίπτωση που ο Πελάτης δηλώσει ότι δεν παρέλαβε συγκεκριμένη παραγγελία, ο Πωλητής εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία παράδοσης, τις πληροφορίες του μεταφορέα και τις πραγματικές συνθήκες της συγκεκριμένης αποστολής.
Η επιχείρηση μπορεί να ζητεί από τον μεταφορέα την παροχή πρόσθετων πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση, όπως επιβεβαίωση του τόπου παράδοσης, στοιχεία παραλαβής ή άλλες πληροφορίες που μπορούν να διατεθούν νόμιμα.
Η ύπαρξη υπογραφής ή άλλου αποδεικτικού παραλαβής αξιολογείται σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις και δεν αποκλείει αυτομάτως το ενδεχόμενο σφάλματος παράδοσης, παραλαβής από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή άλλης αντικειμενικής πλημμέλειας.
Ο Πωλητής δεν δύναται να μετακυλίει αυτομάτως στον καταναλωτή τον κίνδυνο απώλειας ή φθοράς των αγαθών αποκλειστικά και μόνο επειδή παρέδωσε το δέμα στον μεταφορέα που ο ίδιος προσέφερε ως διαθέσιμη επιλογή αποστολής.
Όταν διαπιστώνεται ότι τα προϊόντα δεν παραδόθηκαν σύμφωνα με τη σύμβαση και τις εφαρμοστέες διατάξεις, η επιχείρηση οφείλει να αντιμετωπίζει το περιστατικό σύμφωνα με τις πραγματικές συμβατικές υποχρεώσεις της και τα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την υποχρέωση παράδοσης και άρθρο 20 της ίδιας Οδηγίας, το οποίο ρυθμίζει τη μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας ή φθοράς των αγαθών στον καταναλωτή.
69. Ισχυρισμοί φυσικής προέλευσης, μη λευκασμένων υλικών και σύνθεσης προϊόντων
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί στις εμπορικές περιγραφές χαρακτηρισμούς που αναφέρονται στη σύνθεση, στην προέλευση ή στην επεξεργασία των υλικών κατασκευής ενός προϊόντος, εφόσον οι αντίστοιχες πληροφορίες ανταποκρίνονται στα πραγματικά χαρακτηριστικά του αγαθού.
Χαρακτηρισμοί όπως «φυσικό», «μη λευκασμένο», «χωρίς συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία», «από φυτικές ίνες» ή άλλες αντίστοιχες ενδείξεις πρέπει να παρουσιάζονται με ακρίβεια και να μη δημιουργούν ευρύτερη εντύπωση από εκείνη που μπορεί να τεκμηριωθεί.
Η χρήση συγκεκριμένου υλικού ή μεθόδου παραγωγής δεν επιτρέπει αυτομάτως την απόδοση πρόσθετων ιδιοτήτων υγείας, ασφάλειας ή περιβαλλοντικής υπεροχής, όταν οι ιδιότητες αυτές δεν τεκμηριώνονται αυτοτελώς.
Ο Πωλητής μπορεί να βασίζεται σε κατάλληλα στοιχεία κατασκευαστή, τεχνικά έγγραφα ή άλλη αξιόπιστη τεκμηρίωση για την παρουσίαση των χαρακτηριστικών σύνθεσης του προϊόντος, με την επιφύλαξη της υποχρέωσής του να αποφεύγει παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές.
Όταν συγκεκριμένος ισχυρισμός προέρχεται αποκλειστικά από εμπορική δήλωση του κατασκευαστή και δεν αποτελεί ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη πιστοποίηση, η παρουσίασή του δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει πραγματοποιηθεί διαφορετικός έλεγχος ή έχει χορηγηθεί επίσημη πιστοποίηση.
Εάν διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με τη σύνθεση ή την επεξεργασία ενός προϊόντος είναι ανακριβής, ο Πωλητής εξετάζει την ανάγκη διόρθωσης της καταχώρισης και τις συνέπειες για τις αντίστοιχες συναλλαγές.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β΄ και άρθρο 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με τις παραπλανητικές δηλώσεις και παραλείψεις για τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών προς τη σύμβαση και τις αντικειμενικά αναμενόμενες ιδιότητές τους.
70. Προφανή τεχνικά σφάλματα τιμολόγησης και διαδικασία αντιμετώπισής τους
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένα πληροφοριακά συστήματα για την ενημέρωση των εμπορικών τιμών, την εισαγωγή προϊόντων από προμηθευτές και τον υπολογισμό των ποσών που εμφανίζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο.
Παρά την εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών ελέγχου, ενδέχεται να προκύψουν τεχνικά σφάλματα, ανακριβείς καταχωρίσεις ή άλλες δυσλειτουργίες που επηρεάζουν την εμφανιζόμενη τιμή συγκεκριμένου προϊόντος.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί αντικειμενικά προφανές σφάλμα τιμολόγησης, η επιχείρηση εξετάζει τη συγκεκριμένη συναλλαγή με βάση την πραγματική αιτία του σφάλματος, τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη και το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία σύναψης της σύμβασης.
Η απλή διαπίστωση ότι η εμφανιζόμενη τιμή είναι χαμηλότερη από τη συνήθη εμπορική τιμή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι υφίσταται προφανές τεχνικό σφάλμα ή ότι ο Πωλητής διαθέτει ανεπιφύλακτο δικαίωμα ακύρωσης της συναλλαγής.
Όταν το σφάλμα διαπιστώνεται πριν από τη σύναψη δεσμευτικής σύμβασης, ο Πωλητής ενημερώνει κατάλληλα τον Πελάτη και εξετάζει τη δυνατότητα διόρθωσης της σχετικής προσφοράς σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
Εάν η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, η δυνατότητα επίκλησης συγκεκριμένου σφάλματος και οι αντίστοιχες έννομες συνέπειες καθορίζονται από τις πραγματικές περιστάσεις και τις εφαρμοστέες διατάξεις περί συμβάσεων και πλάνης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενική ρήτρα περί τεχνικών σφαλμάτων ως μέσο αυθαίρετης ακύρωσης δεσμευτικών παραγγελιών ή μονομερούς μεταβολής συμφωνημένων τιμών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 140 επ. του ελληνικού Αστικού Κώδικα σχετικά με την πλάνη κατά τη δήλωση βούλησης, όπου εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ για την αντιμετώπιση καταχρηστικών συμβατικών όρων.
71. Στοιχεία επικοινωνίας του Πελάτη και ενημέρωση σχετικά με την παραγγελία
Ο Πελάτης παρέχει κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς κατάλληλα στοιχεία επικοινωνίας, ώστε ο Πωλητής να μπορεί να αποστέλλει τις αναγκαίες πληροφορίες για την καταχώριση, την εκτέλεση, την πληρωμή και την παράδοση της συγκεκριμένης παραγγελίας.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί τα στοιχεία αυτά για την αποστολή επιβεβαιώσεων παραγγελίας, την ενημέρωση σχετικά με ουσιώδεις μεταβολές της συναλλαγής, την επικοινωνία για πραγματικά προβλήματα παράδοσης και την εκπλήρωση των λοιπών συμβατικών και νόμιμων υποχρεώσεών της.
Οι επικοινωνίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση της σύμβασης πρέπει να διακρίνονται από τις ανεξάρτητες εμπορικές ή διαφημιστικές επικοινωνίες, για τις οποίες εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι ειδικοί κανόνες.
Η παροχή ηλεκτρονικής διεύθυνσης ή τηλεφωνικού αριθμού για τη διαχείριση συγκεκριμένης παραγγελίας δεν αποτελεί αυτομάτως γενική συγκατάθεση για κάθε μορφή αποστολής διαφημιστικού περιεχομένου.
Ο Πωλητής οφείλει να χρησιμοποιεί τα στοιχεία επικοινωνίας σύμφωνα με τους συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν και να αποφεύγει τη διαβίβασή τους σε τρίτους για ανεξάρτητες δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από κατάλληλη νόμιμη βάση.
Όταν η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω τρίτου παρόχου, όπως εταιρείας μεταφοράς ή τεχνικής υπηρεσίας αποστολής μηνυμάτων, η αντίστοιχη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων οργανώνεται σύμφωνα με τις πραγματικές αρμοδιότητες και τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων φορέων.
Ο Πελάτης μπορεί να χρησιμοποιεί τα δημοσιευμένα μέσα επικοινωνίας του καταστήματος για να ζητά ενημέρωση σχετικά με την παραγγελία του και να ασκεί τα δικαιώματα που του παρέχει η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 6, 13 και 28 του ΓΚΠΔ, κατά περίπτωση, σχετικά με τη νόμιμη επεξεργασία, την ενημέρωση και τις σχέσεις με εκτελούντες την επεξεργασία. Άρθρο 13 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ για τις μη ζητηθείσες εμπορικές επικοινωνίες.
72. Κεντρικό μητρώο νομικών περιορισμών και τεκμηρίωση συμμόρφωσης
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί κεντρικό πληροφοριακό σύστημα για την οργάνωση των πληροφοριών που αφορούν τη νομιμότητα διάθεσης των προϊόντων της, τις απαιτήσεις ασφάλειας και τους ειδικούς περιορισμούς που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες χώρες ή μορφές εμπορικής δραστηριότητας.
Το μητρώο μπορεί να περιλαμβάνει την πραγματική κατηγορία κάθε προϊόντος, τις χώρες στις οποίες εξετάζεται η δυνατότητα εμπορικής διάθεσής του, τις σχετικές νομοθετικές πηγές, τις ημερομηνίες ελέγχου και τις ειδικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Η επιχείρηση μπορεί επίσης να διατηρεί στοιχεία σχετικά με την προέλευση και τη γνησιότητα των προϊόντων, τις απαιτούμενες πληροφορίες ασφαλείας, τις σχετικές άδειες χρήσης εμπορικού υλικού και τις διαδικασίες αντιμετώπισης περιστατικών συμμόρφωσης.
Η ύπαρξη κεντρικού μητρώου δεν υποκαθιστά την πραγματική εφαρμογή της νομοθεσίας ούτε απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση ελέγχου συγκεκριμένης συναλλαγής όταν συντρέχουν ειδικές απαιτήσεις.
Οι πληροφορίες του μητρώου πρέπει να επικαιροποιούνται κατάλληλα όταν μεταβάλλονται οι πραγματικές συνθήκες, η ταξινόμηση ενός προϊόντος ή το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο.
Όπου η τήρηση των σχετικών αρχείων περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων, η επεξεργασία πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις νομιμότητας, ελαχιστοποίησης, ασφάλειας και περιορισμού της περιόδου διατήρησης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9–12 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, κατά τον βαθμό που εφαρμόζονται στον πραγματικό οικονομικό φορέα, και άρθρα 5, 6 και 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 όταν η διαχείριση του μητρώου περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα.
73. Νομιμότητα διάθεσης προϊόντων στην ιταλική αγορά
Η δυνατότητα διάθεσης προϊόντων σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ιταλία πρέπει να εξετάζεται χωριστά από τη δυνατότητα πρόσβασης στην ιστοσελίδα ή τη χρήση της ιταλικής γλωσσικής έκδοσης του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Ο Πωλητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην ιταλική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών που μπορεί να αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση, την εισαγωγή, την εμπορική προώθηση και τη φορολογική τους μεταχείριση.
Η δυνατότητα νόμιμης διάθεσης συγκεκριμένου προϊόντος στην Ελλάδα δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει δικαίωμα ηλεκτρονικής πώλησης ή αποστολής του στην Ιταλία, όταν εφαρμόζονται διαφορετικοί ειδικοί κανόνες.
Η επιχείρηση οφείλει να διαχωρίζει τις κατηγορίες προϊόντων και να μη θεωρεί ότι ένας περιορισμός για συγκεκριμένα προϊόντα καπνού ή άλλες ειδικά ρυθμιζόμενες κατηγορίες εφαρμόζεται αυτομάτως, χωρίς επιμέρους εξέταση, σε κάθε συναφές αγαθό.
Αντίστοιχα, η εμπορική παρουσίαση προϊόντος ως αξεσουάρ δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση ορθής νομικής ταξινόμησης του συγκεκριμένου αγαθού.
Εφόσον δεν έχει επιβεβαιωθεί η δυνατότητα νόμιμης ηλεκτρονικής πώλησης ή αποστολής συγκεκριμένου προϊόντος στην Ιταλία, η επιχείρηση δεν πρέπει να παρουσιάζει την αντίστοιχη συναλλαγή ως ανεπιφύλακτα διαθέσιμη στον Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ και οι αντίστοιχες ειδικές ιταλικές διατάξεις που εφαρμόζονται ανά κατηγορία προϊόντος. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη απαιτεί χωριστό έλεγχο της ιταλικής νομοθεσίας για κάθε προϊόν πριν από την ενεργοποίηση της δυνατότητας αποστολής.
74. Λανθασμένα, ελαττωματικά και μη συμμορφούμενα προϊόντα — διάκριση από την απλή υπαναχώρηση
Όταν ο Πελάτης παραλαμβάνει προϊόν διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, προϊόν με ουσιώδη απόκλιση ως προς την ποσότητα ή τα χαρακτηριστικά του ή αγαθό που παρουσιάζει άλλη έλλειψη συμμόρφωσης, εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι κανόνες του δικαίου πώλησης αγαθών.
Τα δικαιώματα που απορρέουν από έλλειψη συμμόρφωσης πρέπει να διακρίνονται από το αυτοτελές δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ αποστάσεως σύμβαση.
Ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να χαρακτηρίσει αίτημα αποκατάστασης ελαττωματικού προϊόντος ως απλή υπαναχώρηση προκειμένου να ζητήσει την εφαρμογή των νόμιμων δικαιωμάτων του.
Όταν διαπιστώνεται έλλειψη συμμόρφωσης, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τα διαθέσιμα μέσα αποκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων της επισκευής, της αντικατάστασης, της ανάλογης μείωσης του τιμήματος ή της λύσης της σύμβασης, υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του νόμου.
Η αποκατάσταση της έλλειψης συμμόρφωσης πραγματοποιείται χωρίς την επιβολή δαπανών στον καταναλωτή, όπου αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επικαλείται τη λήξη της συνήθους προθεσμίας υπαναχώρησης ως γενικό λόγο αποκλεισμού των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νόμιμη ευθύνη του Πωλητή για έλλειψη συμμόρφωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5–16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, ιδίως άρθρα 10 και 13–16.
75. Επιβεβαίωση παραλαβής της δήλωσης υπαναχώρησης και τεκμηρίωση του χρόνου υποβολής
Όταν ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης μέσω της προβλεπόμενης ηλεκτρονικής λειτουργίας, ο Πωλητής οφείλει να του αποστέλλει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση επιβεβαίωση παραλαβής της σχετικής δήλωσης σε σταθερό μέσο.
Η επιβεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνει το περιεχόμενο της δήλωσης και την ημερομηνία και ώρα της υποβολής της, σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένο σύστημα καταχώρισης και αποστολής των σχετικών επιβεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία ανταποκρίνεται στην πραγματική υποβολή της δήλωσης.
Η ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής πρέπει να διακρίνεται από την εσωτερική αξιολόγηση των συνεπειών της συγκεκριμένης υπαναχώρησης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η υπαναχώρηση ασκήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία αποκλειστικά επειδή η σχετική δήλωση εξετάστηκε από το προσωπικό της επιχείρησης σε μεταγενέστερο χρόνο.
Όταν η δήλωση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα μέσω της προβλεπόμενης ηλεκτρονικής λειτουργίας, ο χρόνος υποβολής αξιολογείται σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες του άρθρου 11α.
Η επιχείρηση οφείλει να διατηρεί τα αναγκαία στοιχεία της διαδικασίας σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 11α παράγραφοι 4 και 5 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, όπως προστέθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2673.
76. Περιορισμοί ηλικίας και επαλήθευση της δυνατότητας νόμιμης αγοράς
Όταν η πώληση συγκεκριμένης κατηγορίας προϊόντων υπόκειται σε νόμιμο ελάχιστο όριο ηλικίας, ο Πωλητής οφείλει να εφαρμόζει τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη συγκεκριμένη συναλλαγή και τη χώρα στην οποία πραγματοποιείται η διάθεση.
Η ύπαρξη γενικής δήλωσης του επισκέπτη ότι είναι ενήλικος δεν θεωρείται αυτομάτως επαρκής διαδικασία επαλήθευσης σε κάθε περίπτωση, ιδίως όταν ειδική νομοθεσία απαιτεί συγκεκριμένο τρόπο εξακρίβωσης της ηλικίας.
Οι σχετικοί έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιούνται κατά τρόπο κατάλληλο για τη φύση του προϊόντος, το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο και τις πραγματικές δυνατότητες νόμιμης διάθεσής του.
Εάν απαιτείται η συλλογή προσωπικών δεδομένων για την επαλήθευση ηλικίας, η επεξεργασία πρέπει να περιορίζεται στα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της σχετικής νόμιμης υποχρέωσης και να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η επιχείρηση δεν οφείλει να συλλέγει αντίγραφα εγγράφων ταυτοποίησης ή άλλα εκτεταμένα προσωπικά δεδομένα όταν η σχετική νομοθεσία δεν το απαιτεί και ο σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο παρεμβατικό νόμιμο τρόπο.
Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση του υποχρεωτικού ελέγχου ηλικίας, η αντίστοιχη συναλλαγή δεν ολοκληρώνεται κατά παράβαση των εφαρμοστέων απαιτήσεων.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ, για τους προβλεπόμενους ελέγχους ηλικίας στις καλυπτόμενες διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις όπου αυτές επιτρέπονται, και άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ σχετικά με την ελαχιστοποίηση και τη νόμιμη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
77. Διαθέσιμες χώρες παράδοσης και πραγματικό πεδίο αποστολών
Ο Πωλητής καθορίζει τις χώρες και τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες παρέχει υπηρεσίες αποστολής, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των προϊόντων, τη διαθεσιμότητα των μεταφορικών υπηρεσιών, τις πραγματικές εμπορικές δυνατότητες και τις εφαρμοστέες νόμιμες υποχρεώσεις.
Η δυνατότητα πρόσβασης στην ιστοσελίδα από συγκεκριμένη χώρα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής αναλαμβάνει υποχρέωση παράδοσης κάθε προϊόντος στη χώρα αυτή.
Οι διαθέσιμοι προορισμοί και οι περιορισμοί αποστολής πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια και να μην δημιουργούν αντίφαση με τις επιλογές που προσφέρονται κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της παραγγελίας.
Όταν συγκεκριμένο προϊόν δεν μπορεί να αποσταλεί νόμιμα σε ορισμένη χώρα, η επιχείρηση οφείλει να αντιμετωπίζει τον σχετικό περιορισμό στο πλαίσιο της πραγματικής εμπορικής λειτουργίας της και όχι να στηρίζεται αποκλειστικά σε γενική δήλωση αποποίησης ευθύνης.
Εφόσον προκύψει νέα νομοθετική ή πραγματική συνθήκη που επηρεάζει τη δυνατότητα αποστολής σε συγκεκριμένο προορισμό, ο Πωλητής μπορεί να τροποποιεί τις διαθέσιμες επιλογές για μελλοντικές συναλλαγές.
Η μεταβολή των διαθέσιμων χωρών παράδοσης δεν καταργεί αυτομάτως υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί. Οι εκκρεμείς παραγγελίες αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύμβαση και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την προηγούμενη ενημέρωση για τους όρους παράδοσης, και άρθρο 18 για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης παράδοσης.
78. Χώρα παραγωγής, κατασκευής και εμπορικής προέλευσης προϊόντων
Οι πληροφορίες σχετικά με τη χώρα παραγωγής, τον τόπο κατασκευής, τη γεωγραφική προέλευση ή την εμπορική προέλευση συγκεκριμένου προϊόντος πρέπει να ανταποκρίνονται στα πραγματικά και κατάλληλα τεκμηριωμένα στοιχεία του αγαθού.
Ο Πωλητής δύναται να παρουσιάζει τις σχετικές πληροφορίες που παρέχονται από τον κατασκευαστή, τον προμηθευτή ή τα συνοδευτικά στοιχεία του προϊόντος, με την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργείται ανακριβής ή παραπλανητική εντύπωση για την πραγματική προέλευσή του.
Η χώρα στην οποία εδρεύει ο προμηθευτής, ο διανομέας ή ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη χώρα κατασκευής του προϊόντος. Αντίστοιχα, η χώρα από την οποία πραγματοποιείται η αποστολή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη της παραγωγικής προέλευσης του αγαθού.
Η εμπορική παρουσίαση πρέπει να διακρίνει τις παραπάνω έννοιες όταν η σχετική πληροφορία μπορεί να επηρεάσει την απόφαση αγοράς του Πελάτη ή όταν ειδική νομοθεσία επιβάλλει συγκεκριμένη ένδειξη προέλευσης.
Ο Πωλητής δεν υποχρεούται να αποδίδει σε κάθε προϊόν γεωγραφικό χαρακτηρισμό που δεν απαιτείται από τον νόμο ή δεν αποτελεί ουσιώδη πληροφορία της συγκεκριμένης συναλλαγής. Εάν, ωστόσο, επιλέξει να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο ισχυρισμό προέλευσης, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να είναι ακριβής και να μπορεί να τεκμηριωθεί.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι προϊόν παρουσιάστηκε με ανακριβή γεωγραφική ή εμπορική προέλευση, η επιχείρηση εξετάζει την ανάγκη διόρθωσης της καταχώρισης και τις συνέπειες για τις συναλλαγές που επηρεάζονται.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τη γεωγραφική και εμπορική προέλευση στα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παραπλανητικής εμπορικής πρακτικής· άρθρο 7 της ίδιας Οδηγίας σχετικά με την παράλειψη ουσιωδών πληροφοριών.
79. Επιλογή μεταφορέα, συνεργαζόμενες εταιρείες αποστολής και ευθύνη για την εκτέλεση της παράδοσης
Ο Πωλητής δύναται να συνεργάζεται με ταχυδρομικές υπηρεσίες, εταιρείες ταχυμεταφορών, μεταφορικές επιχειρήσεις και άλλους νόμιμους παρόχους μεταφοράς αγαθών για την εκτέλεση των παραγγελιών του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Οι διαθέσιμες υπηρεσίες αποστολής μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χώρα προορισμού, το βάρος, τις διαστάσεις, την αξία, τη φύση των προϊόντων και άλλες πραγματικές παραμέτρους της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Ο Πελάτης ενημερώνεται για τις ουσιώδεις πληροφορίες που συνδέονται με την επιλεγμένη υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων εξόδων αποστολής και του συμφωνημένου ή εκτιμώμενου χρόνου παράδοσης.
Η ανάθεση της φυσικής μεταφοράς των αγαθών σε ανεξάρτητο μεταφορέα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από τις συμβατικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι του καταναλωτή.
Εφόσον ο μεταφορέας έχει επιλεγεί μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρει ο Πωλητής, ο κίνδυνος απώλειας ή φθοράς των αγαθών μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και όχι απλώς με την παράδοση του δέματος στην εταιρεία μεταφοράς.
Όταν ο Πελάτης αναθέτει αυτοτελώς τη μεταφορά σε μεταφορέα που δεν περιλαμβάνεται στις επιλογές που προσφέρει ο Πωλητής, εξετάζεται η ειδική ρύθμιση που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο Πωλητής διατηρεί τα νόμιμα δικαιώματά του έναντι του μεταφορέα για ζημίες, απώλειες ή άλλες πλημμέλειες στην εκτέλεση της υπηρεσίας μεταφοράς, χωρίς η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να αποτελεί γενική προϋπόθεση για την ικανοποίηση των αντίστοιχων νόμιμων αξιώσεων του καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τη μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας ή φθοράς των αγαθών.
80. Ηλεκτρικές συσκευές, μπαταρίες και προϊόντα με ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας
Όταν ο ηλεκτρονικός κατάλογος περιλαμβάνει ηλεκτρικές ή ηλεκτρονικές συσκευές, προϊόντα με ενσωματωμένες ή αποσπώμενες μπαταρίες και λοιπά αγαθά που υπόκεινται σε ιδιαίτερες τεχνικές ή κανονιστικές απαιτήσεις, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά.
Η ύπαρξη γενικής εμπορικής περιγραφής ή δήλωσης του προμηθευτή δεν υποκαθιστά αυτομάτως τις απαιτούμενες σημάνσεις, τα στοιχεία ταυτοποίησης, τις προειδοποιήσεις ασφαλείας ή την τεκμηρίωση συμμόρφωσης που προβλέπονται για τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων.
Όπου απαιτείται, η επιχείρηση πρέπει να διατηρεί ή να εξασφαλίζει πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες κατασκευαστή, στον προβλεπόμενο υπεύθυνο οικονομικό φορέα και στις οδηγίες που σχετίζονται με τη χρήση, τη φόρτιση, την αποθήκευση, τη μεταφορά και την ασφαλή απόρριψη του προϊόντος.
Η παρουσίαση της συσκευής πρέπει να αποφεύγει ανακριβείς ισχυρισμούς σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά, την αυτονομία, τη συμβατότητα ή τις πιστοποιήσεις της.
Όταν συγκεκριμένη συσκευή ή μπαταρία υπόκειται σε ειδικούς περιορισμούς μεταφοράς, η επιχείρηση εξετάζει τη δυνατότητα νόμιμης αποστολής της μέσω της επιλεγμένης υπηρεσίας μεταφοράς.
Εάν προκύψει αξιόπιστη πληροφορία για ελάττωμα ή κίνδυνο που συνδέεται με συγκεκριμένη συσκευή, ο Πωλητής λαμβάνει τα μέτρα που αντιστοιχούν στον πραγματικό ρόλο του στην αλυσίδα διάθεσης και στις εφαρμοστέες υποχρεώσεις ασφάλειας.
Νομοθετική βάση: Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 για τη γενική ασφάλεια προϊόντων, Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1542 σχετικά με τις μπαταρίες και τα απόβλητα μπαταριών, καθώς και οι ειδικές διατάξεις εναρμόνισης που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή.
81. Πολλαπλές συσκευασίες, κουτιά και εμπορικές μονάδες χονδρικής
Όταν ένα προϊόν διατίθεται σε πολλαπλή συσκευασία, εμπορικό κουτί ή άλλη σύνθετη μονάδα πώλησης, η περιγραφή πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια την πραγματική ποσότητα των περιεχόμενων προϊόντων και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης προσφοράς.
Η τιμή που εμφανίζεται στον ηλεκτρονικό κατάλογο πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική μονάδα πώλησης που επιλέγει ο Πελάτης και να μην δημιουργεί σύγχυση μεταξύ μεμονωμένων προϊόντων, πολλαπλών συσκευασιών και μεγαλύτερων εμπορικών ποσοτήτων.
Όταν η ίδια οικογένεια προϊόντων διατίθεται σε διαφορετικές ποσότητες, οι σχετικές επιλογές πρέπει να παρουσιάζονται με επαρκή διάκριση, ώστε η παραγγελία να ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση του αγοραστή.
Η επιχείρηση δύναται να εφαρμόζει ειδικές εμπορικές τιμές για μεγαλύτερες ποσότητες ή επαγγελματικές συναλλαγές, εφόσον οι αντίστοιχοι όροι γνωστοποιούνται κατάλληλα και δεν δημιουργούν παραπλανητική εικόνα για την ποσότητα ή το συνολικό τίμημα.
Η παράδοση μικρότερης ποσότητας από τη συμφωνημένη δεν αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απλή εμπορική απόκλιση, αλλά εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την εκπλήρωση της σύμβασης και τη συμμόρφωση των αγαθών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5 και 6 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ· άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και παραλείψεις.
82. Συνολικό πληρωτέο ποσό και τελική οικονομική επιβάρυνση της παραγγελίας
Πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας, ο Πελάτης πρέπει να ενημερώνεται με σαφήνεια για το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Το συνολικό ποσό περιλαμβάνει την τιμή των επιλεγμένων αγαθών, τις φορολογικές επιβαρύνσεις που εφαρμόζονται, τα προβλεπόμενα έξοδα αποστολής και κάθε άλλη χρέωση που πρέπει να γνωστοποιείται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Όταν συγκεκριμένη πρόσθετη δαπάνη δεν μπορεί ευλόγως να υπολογιστεί εκ των προτέρων, η επιχείρηση οφείλει να παρέχει την απαιτούμενη ενημέρωση για τον τρόπο υπολογισμού της ή για το ενδεχόμενο επιβολής της, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η διαδικασία ολοκλήρωσης της παραγγελίας πρέπει να επιτρέπει στον Πελάτη να ελέγχει τα προϊόντα, τις ποσότητες, τις επιλεγμένες υπηρεσίες και το αντίστοιχο πληρωτέο ποσό πριν από την ανάληψη της υποχρέωσης πληρωμής.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει μη γνωστοποιημένες πρόσθετες υποχρεωτικές επιβαρύνσεις επικαλούμενος γενική συμβατική δήλωση που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις σαφούς προσυμβατικής ενημέρωσης.
Η ολοκλήρωση της πληρωμής δεν καταργεί τα δικαιώματα του Πελάτη σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένη χρέωση επιβλήθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄, άρθρο 8 παράγραφος 2 και άρθρο 22 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τη συνολική τιμή, την υποχρέωση πληρωμής και τις πρόσθετες πληρωμές.
83. Εμπορικές προσφορές, προωθητικές ενέργειες και προϋποθέσεις συμμετοχής
Ο Πωλητής δύναται να πραγματοποιεί εμπορικές προσφορές, προωθητικές ενέργειες και ειδικά προγράμματα πώλησης προϊόντων, εφόσον οι αντίστοιχες δραστηριότητες επιτρέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών και στην αγορά στην οποία απευθύνεται η προσφορά.
Οι προωθητικές ενέργειες μπορούν να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, μειωμένες τιμές, ειδικές τιμές πολλαπλών συσκευασιών, προσφορές περιορισμένης διάρκειας, προγράμματα επιβράβευσης ή άλλες νόμιμες εμπορικές παροχές, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που γνωστοποιούνται στον Πελάτη.
Η επιχείρηση οφείλει να παρουσιάζει με σαφήνεια τους ουσιώδεις όρους κάθε προσφοράς, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας, των προϊόντων που συμμετέχουν, των προϋποθέσεων συμμετοχής και των περιορισμών που ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα αξιοποίησής της.
Όταν η προωθητική ενέργεια αφορά συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων ή περιορισμένο χρονικό διάστημα, η αντίστοιχη παρουσίαση πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες και να μην δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση τεχνητής σπανιότητας ή επείγουσας ανάγκης αγοράς.
Ο Πωλητής μπορεί να τροποποιεί ή να διακόπτει μια προωθητική ενέργεια για μελλοντικές συναλλαγές, σύμφωνα με τους δημοσιευμένους όρους της και την εφαρμοστέα νομοθεσία. Η μεταγενέστερη διακοπή της προσφοράς δεν μεταβάλλει αυτομάτως τη συμφωνημένη τιμή ή τους λοιπούς ουσιώδεις όρους σύμβασης που έχει ήδη συναφθεί.
Για προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικούς περιορισμούς διαφήμισης, εμπορικής προώθησης ή παροχής οικονομικών κινήτρων, η επιχείρηση εφαρμόζει τις αντίστοιχες ειδικές διατάξεις πριν από την ενεργοποίηση οποιασδήποτε προωθητικής ενέργειας.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και παραλείψεις, καθώς και άρθρο 6α της Οδηγίας 98/6/ΕΚ, όταν η προωθητική ενέργεια περιλαμβάνει ανακοίνωση μείωσης τιμής.
84. Αντικατάσταση παραγγελθέντος προϊόντος και απαγόρευση μονομερούς μεταβολής των συμφωνημένων χαρακτηριστικών
Ο Πωλητής υποχρεούται να παραδίδει το προϊόν που συμφωνήθηκε με τον Πελάτη, σύμφωνα με την πραγματική περιγραφή, την επιλεγμένη έκδοση, την ποσότητα, την ποιότητα και τα λοιπά ουσιώδη χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η ύπαρξη διαφορετικού προϊόντος της ίδιας εμπορικής μάρκας ή παρόμοιας κατηγορίας δεν παρέχει αυτομάτως στον Πωλητή δικαίωμα αντικατάστασης του αρχικά παραγγελθέντος αγαθού.
Η αντικατάσταση μπορεί να προταθεί, ενδεικτικά, όταν συγκεκριμένο προϊόν δεν είναι διαθέσιμο, όταν έχει διακοπεί η παραγωγή του ή όταν ο κατασκευαστής διαθέτει διαφορετική έκδοση με αντίστοιχα χαρακτηριστικά.
Η σχετική πρόταση πρέπει να επιτρέπει στον Πελάτη να γνωρίζει τις πραγματικές διαφορές μεταξύ του αρχικά παραγγελθέντος προϊόντος και του προτεινόμενου υποκατάστατου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαφορών στην ποσότητα, στη συσκευασία, στη σύνθεση, στις διαστάσεις ή στην τιμή.
Η αποδοχή διαφορετικού προϊόντος πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη συγκεκριμένη τροποποίηση της σύμβασης. Η σιωπή του Πελάτη δεν θεωρείται αυτομάτως συναίνεση όταν η εφαρμοστέα νομοθεσία ή η φύση της συναλλαγής απαιτεί διαφορετική διαδικασία.
Εφόσον ο Πωλητής παραδώσει διαφορετικό προϊόν χωρίς την απαιτούμενη συμφωνία και το παραδοθέν αγαθό δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα δικαιώματα του Πελάτη λόγω έλλειψης συμμόρφωσης.
Η τυχόν μεγαλύτερη εμπορική αξία του υποκατάστατου προϊόντος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η αντικατάσταση είναι σύμφωνη με τη σύμβαση ή ότι ο Πελάτης υποχρεούται να αποδεχθεί το διαφορετικό αγαθό.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5–7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 για τις απαιτήσεις συμμόρφωσης των αγαθών και άρθρα 13–14 της ίδιας Οδηγίας για τα διαθέσιμα μέσα αποκατάστασης.
85. Διαδικασία αμφισβήτησης αποφάσεων περιορισμού ή αποκλεισμού από διαδικτυακές πλατφόρμες
Όταν ο Πωλητής χρησιμοποιεί διαδικτυακή πλατφόρμα τρίτου για την εμπορική παρουσίαση ή πώληση προϊόντων, η αντίστοιχη δραστηριότητα υπόκειται στους εφαρμοστέους νόμιμους κανόνες και στους συμβατικούς όρους της συγκεκριμένης υπηρεσίας.
Σε περίπτωση αφαίρεσης προϊόντος, περιορισμού ορατότητας, αναστολής λειτουργίας επαγγελματικού λογαριασμού ή άλλης απόφασης που επηρεάζει την πρόσβαση στην πλατφόρμα, η επιχείρηση δύναται να εξετάζει την αιτιολογία της απόφασης και τα διαθέσιμα μέσα αμφισβήτησης.
Όταν η υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1150, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες απαιτήσεις που αφορούν τον περιορισμό, την αναστολή και τον τερματισμό της παροχής υπηρεσιών προς επαγγελματίες χρήστες.
Όπου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, η επιχείρηση δύναται να αξιοποιεί τις προβλεπόμενες διαδικασίες αιτιολόγησης και αμφισβήτησης αποφάσεων περιορισμού περιεχομένου.
Η ύπαρξη δικαιώματος αμφισβήτησης δεν συνεπάγεται ότι η πλατφόρμα υποχρεούται να επιτρέπει την εμπορία προϊόντος που απαγορεύεται νόμιμα ή παραβιάζει τους εφαρμοστέους συμβατικούς κανόνες.
Ο Πωλητής δύναται να συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία που τεκμηριώνουν τη νόμιμη δραστηριότητά του και να τα υποβάλλει μέσω των αντίστοιχων διαθέσιμων διαδικασιών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 4 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1150 και άρθρα 17, 20 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, ανάλογα με τον τύπο της υπηρεσίας και τις προϋποθέσεις εφαρμογής.
86. Συμφωνημένη προθεσμία παράδοσης και υποχρέωση έγκαιρης εκτέλεσης της σύμβασης
Ο Πωλητής υποχρεούται να παραδίδει τα παραγγελθέντα αγαθά σύμφωνα με τον χρόνο που έχει συμφωνηθεί με τον Πελάτη και τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης.
Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, εφαρμόζεται η γενική υποχρέωση παράδοσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, κατά κανόνα, εντός 30 ημερών από τη σύναψη της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Η συμφωνημένη προθεσμία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό χρόνο προετοιμασίας, τη διαθεσιμότητα των προϊόντων, την επιλεγμένη υπηρεσία μεταφοράς και τις λοιπές συνθήκες που είναι γνωστές κατά τη σύναψη της σύμβασης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να μεταβάλλει μονομερώς τη συμφωνημένη προθεσμία επικαλούμενος γενική ρήτρα περί ενδεικτικών χρόνων παράδοσης, όταν έχει αναλάβει συγκεκριμένη δεσμευτική υποχρέωση.
Εάν η παράδοση δεν πραγματοποιηθεί στον συμφωνημένο χρόνο, ο καταναλωτής διαθέτει τα δικαιώματα που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία. Κατά κανόνα, μπορεί να καλέσει τον Πωλητή να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός πρόσθετης προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων.
Εφόσον η παράδοση δεν πραγματοποιηθεί ούτε εντός της πρόσθετης προθεσμίας ή συντρέχει νόμιμη περίπτωση άμεσης λύσης της σύμβασης, ο καταναλωτής μπορεί να ασκήσει τα αντίστοιχα δικαιώματά του.
Η επιχείρηση οφείλει να επιστρέφει τα οφειλόμενα ποσά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν η σύμβαση λύεται νόμιμα λόγω μη παράδοσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 παράγραφοι 1–4 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
87. Χρόνος σύναψης της σύμβασης, αποδοχή της παραγγελίας και διάκριση από την αυτοματοποιημένη επιβεβαίωση παραλαβής
Η διαδικασία ηλεκτρονικής παραγγελίας πραγματοποιείται μέσω των διαθέσιμων λειτουργιών του καταστήματος και περιλαμβάνει την επιλογή των προϊόντων, την καταχώριση των αναγκαίων στοιχείων, την επιλογή των διαθέσιμων μεθόδων πληρωμής και παράδοσης και την οριστική υποβολή της παραγγελίας από τον Πελάτη.
Ο χρόνος κατά τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση πώλησης προσδιορίζεται σύμφωνα με την πραγματική διαδικασία υποβολής και αποδοχής της παραγγελίας, τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη πριν από την αγορά και τους εφαρμοστέους κανόνες του συμβατικού δικαίου.
Η αυτοματοποιημένη αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι το πληροφοριακό σύστημα παρέλαβε και καταχώρισε την παραγγελία δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την οριστική αποδοχή της πρότασης του Πελάτη για τη σύναψη της σύμβασης.
Εάν η πραγματική διαδικασία του καταστήματος προβλέπει χωριστό στάδιο αποδοχής της παραγγελίας, η διάκριση αυτή πρέπει να γνωστοποιείται στον Πελάτη με σαφήνεια πριν από την υποβολή της. Το αυτοματοποιημένο μήνυμα παραλαβής πρέπει να ανταποκρίνεται στο πραγματικό στάδιο της συναλλαγής και να μην δημιουργεί αντιφατική εντύπωση σχετικά με το εάν έχει συναφθεί δεσμευτική σύμβαση.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χαρακτηρίζει εκ των υστέρων μια ήδη συναφθείσα σύμβαση ως απλή εκκρεμή παραγγελία, αποκλειστικά και μόνο για να αποφύγει την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του. Αντίστοιχα, η παραλαβή μιας παραγγελίας δεν υποχρεώνει αυτομάτως τον Πωλητή να αποδεχθεί πρόταση αγοράς όταν, σύμφωνα με τη νόμιμη και πραγματική διαδικασία της συναλλαγής, η σύμβαση δεν έχει ακόμη συναφθεί.
Η αποδοχή ή μη αποδοχή συγκεκριμένης παραγγελίας πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που είχαν γνωστοποιηθεί στον Πελάτη, τις πραγματικές συνθήκες και τις υποχρεωτικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συναλλαγή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ και άρθρο 10 παράγραφος 1 του Π.Δ. 131/2003 σχετικά με την ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής παραγγελίας χωρίς περιττή καθυστέρηση. Άρθρα 185 επ. του ελληνικού Αστικού Κώδικα σχετικά με την πρόταση και την αποδοχή κατά τη σύναψη σύμβασης, όπου εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο.
88. Μεταβολές συσκευασίας και εμπορικής παρουσίασης από τον κατασκευαστή
Οι κατασκευαστές των προϊόντων που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος δύνανται να τροποποιούν την εξωτερική εμφάνιση, τα γραφικά στοιχεία, τον σχεδιασμό, τις εμπορικές επισημάνσεις ή άλλα χαρακτηριστικά της συσκευασίας τους.
Ο Πωλητής μπορεί να παραλαμβάνει από τους νόμιμους προμηθευτές του διαφορετικές παρτίδες του ίδιου προϊόντος, οι οποίες παρουσιάζουν διαφορές ως προς την εξωτερική εμφάνιση της συσκευασίας, χωρίς κατ' ανάγκη να έχει μεταβληθεί η φύση, η ποσότητα ή η λειτουργία του περιεχόμενου αγαθού.
Όταν η τροποποίηση αφορά αποκλειστικά μη ουσιώδη εξωτερικά χαρακτηριστικά, η πραγματική συμμόρφωση του προϊόντος εξετάζεται με βάση τη συμφωνία, τη συνολική παρουσίασή του και τη σημασία της συγκεκριμένης διαφοροποίησης για την αγορά.
Εάν, αντίθετα, η τροποποίηση επηρεάζει την ποσότητα των περιεχόμενων προϊόντων, τη σύνθεση, τις διαστάσεις, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά ή άλλο ουσιώδες στοιχείο της συμφωνίας, ο Πωλητής οφείλει να παρουσιάζει κατάλληλα τη νέα έκδοση και να αποφεύγει τη διάθεσή της ως απολύτως ταυτόσημου αγαθού, όταν αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει παραπλανητική εντύπωση.
Οι διαφορές μεταξύ παλαιάς και νέας συσκευασίας δεν καταργούν τα δικαιώματα του Πελάτη σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης των παραδοθέντων αγαθών.
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα να ενημερώνει τις φωτογραφίες, τις εμπορικές περιγραφές και τα στοιχεία του καταλόγου του, με σκοπό την ορθή παρουσίαση των προϊόντων που διαθέτει κάθε φορά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με τις συμφωνημένες και αντικειμενικά αναμενόμενες ιδιότητες των αγαθών· άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με την παραπλανητική παρουσίαση των κύριων χαρακτηριστικών των προϊόντων.
89. Ανακλήσεις προϊόντων και υποχρεώσεις ενημέρωσης επηρεαζόμενων Πελατών
Σε περίπτωση ανάκλησης προϊόντος για λόγους ασφάλειας, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στον πραγματικό του ρόλο και να συνεργάζεται με τους αρμόδιους οικονομικούς φορείς και τις αρμόδιες αρχές για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του περιστατικού.
Η επιχείρηση οργανώνει, στον βαθμό που απαιτείται και επιτρέπεται, τη δυνατότητα αναγνώρισης των προϊόντων και των παραγγελιών που επηρεάζονται από τη συγκεκριμένη ανάκληση.
Όταν είναι δυνατή η αναγνώριση των καταναλωτών που έχουν αποκτήσει το επηρεαζόμενο προϊόν και εφαρμόζεται αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση, οι σχετικές πληροφορίες ασφάλειας γνωστοποιούνται κατάλληλα και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Εάν δεν είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία με όλους τους επηρεαζόμενους καταναλωτές, η επιχείρηση εξετάζει τους πρόσθετους τρόπους ενημέρωσης που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία και τις αντίστοιχες διαδικασίες ανάκλησης.
Η ενημέρωση πρέπει να επιτρέπει στον Πελάτη να αναγνωρίζει το επηρεαζόμενο προϊόν, να κατανοεί τον πραγματικό κίνδυνο και να γνωρίζει τις ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιήσει.
Η διαδικασία ανάκλησης δεν δύναται να χρησιμοποιείται ως μέσο περιορισμού των υποχρεωτικών δικαιωμάτων του Πελάτη ή επιβολής μη επιτρεπόμενων χρεώσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 35–37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με την ενημέρωση των καταναλωτών, το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων ανάκλησης και τα μέσα αποκατάστασης σε περίπτωση ανάκλησης για λόγους ασφάλειας.
90. Διαδικασία αντιμετώπισης αβάσιμων καταγγελιών πνευματικής ιδιοκτησίας
Όταν υποβάλλεται καταγγελία ότι συγκεκριμένη φωτογραφία, περιγραφή ή άλλο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού καταστήματος παραβιάζει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτου, ο Πωλητής δύναται να εξετάζει το πραγματικό περιεχόμενο της καταγγελίας και τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη νόμιμη χρήση του υλικού.
Η επιχείρηση μπορεί να προσκομίζει κατάλληλα στοιχεία δημιουργίας, άδειας χρήσης ή άλλης νόμιμης βάσης αξιοποίησης του περιεχομένου, μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται από τον αντίστοιχο πάροχο υπηρεσιών.
Όταν η καταγγελία οδηγεί σε αφαίρεση περιεχομένου ή άλλον περιορισμό από διαδικτυακή πλατφόρμα, ο Πωλητής δύναται να αξιοποιεί τις διαδικασίες αμφισβήτησης που παρέχονται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες.
Η υποβολή καταγγελίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η επικαλούμενη παραβίαση έχει αποδειχθεί.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη δικαιώματος αμφισβήτησης δεν επιτρέπει τη συνέχιση χρήσης περιεχομένου όταν αυτή παραβιάζει πραγματικά δικαιώματα τρίτων.
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα νόμιμης προστασίας των δικαιωμάτων του έναντι καταχρηστικών ή αντικειμενικά αναληθών καταγγελιών, σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 16 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 σχετικά με την υποβολή αναφορών παράνομου περιεχομένου και την αιτιολόγηση περιορισμών από καλυπτόμενους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας.
91. Συμβατότητα προϊόντων με συσκευές, εξαρτήματα και άλλα αγαθά
Όταν ένα προϊόν προορίζεται να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συγκεκριμένη συσκευή, εξάρτημα ή άλλο αγαθό, ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι ουσιώδεις πληροφορίες συμβατότητας να παρουσιάζονται κατάλληλα, εφόσον είναι αναγκαίες για την επιλογή του Πελάτη.
Η περιγραφή μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διαστάσεις, τον τύπο σύνδεσης, τη λειτουργία, τις τεχνικές απαιτήσεις και τα λοιπά χαρακτηριστικά που καθορίζουν εάν το συγκεκριμένο προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλο προϊόν.
Η αναφορά σε συγκεκριμένη μάρκα ή εμπορική ονομασία για την περιγραφή της συμβατότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το προσφερόμενο προϊόν κατασκευάζεται από τον αντίστοιχο κατασκευαστή ή ότι υπάρχει επίσημη συνεργασία μαζί του.
Εφόσον ο Πελάτης γνωστοποιήσει στον Πωλητή συγκεκριμένο ειδικό σκοπό χρήσης πριν από τη σύναψη της σύμβασης και ο Πωλητής αποδεχθεί ότι το προϊόν είναι κατάλληλο για τον συγκεκριμένο σκοπό, η αντίστοιχη συμφωνία λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του αγαθού.
Η επιχείρηση δεν υποχρεούται να εγγυάται γενική συμβατότητα με κάθε συσκευή ή εξάρτημα που διατίθεται στην αγορά, όταν τέτοια συμβατότητα δεν προκύπτει από τα πραγματικά χαρακτηριστικά, τη συνήθη χρήση ή τους συμφωνημένους όρους.
Σε περίπτωση που η εμπορική παρουσίαση περιέχει συγκεκριμένη δήλωση συμβατότητας η οποία αποδεικνύεται ανακριβής, ο Πωλητής εξετάζει την έλλειψη συμμόρφωσης σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α΄ και β΄ και άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με τη συμβατότητα και την καταλληλότητα για ειδική συμφωνημένη χρήση· άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001, σχετικά με τη χρήση εμπορικού σήματος για την αναγνώριση ή αναφορά σε προϊόντα υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
92. Φορολογικές επιβαρύνσεις και παρουσίαση της τελικής τιμής προς τον καταναλωτή
Η τιμή πώλησης που εμφανίζεται στον καταναλωτή πρέπει να περιλαμβάνει τις φορολογικές επιβαρύνσεις που απαιτείται να ενσωματώνονται στην τελική τιμή σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Όταν η συγκεκριμένη συναλλαγή υπόκειται σε ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση λόγω της φύσης του προϊόντος, του τόπου παράδοσης ή άλλων πραγματικών χαρακτηριστικών, η επιχείρηση πρέπει να οργανώνει την παρουσίαση της τιμής σύμφωνα με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ενημέρωσης.
Η εμφάνιση τιμής χωρίς φόρους σε περιβάλλον καταναλωτικών πωλήσεων δεν επιτρέπεται να δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση σχετικά με το ποσό που ο Πελάτης θα υποχρεωθεί τελικά να καταβάλει.
Για επαγγελματικές συναλλαγές μπορούν να εφαρμόζονται διαφορετικοί τρόποι εμπορικής παρουσίασης τιμών, εφόσον αυτοί ανταποκρίνονται στο πραγματικό καθεστώς της συναλλαγής και δεν χρησιμοποιούνται για την καταστρατήγηση υποχρεωτικών κανόνων καταναλωτικής προστασίας.
Η φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη γλώσσα της ιστοσελίδας, την κατάληξη του domain ή την εμπορική ονομασία του καταστήματος.
Ο πραγματικός Πωλητής οφείλει να εκπληρώνει τις νόμιμες φορολογικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή και να εκδίδει τα αντίστοιχα απαιτούμενα παραστατικά.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ και άρθρο 2 της Οδηγίας 98/6/ΕΚ για την έννοια της τιμής πώλησης, σε συνδυασμό με τις φορολογικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
93. Αποτυχημένες ηλεκτρονικές συναλλαγές και νόμιμη διαχείριση μη ολοκληρωμένης πληρωμής
Σε περίπτωση που η ηλεκτρονική πληρωμή δεν ολοκληρωθεί επιτυχώς, ο Πωλητής δύναται να διατηρεί την αντίστοιχη παραγγελία σε κατάλληλη κατάσταση εκκρεμότητας, σύμφωνα με την πραγματική λειτουργία του καταστήματος και τους όρους που έχουν γνωστοποιηθεί στον Πελάτη.
Η αποτυχία πληρωμής μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, απόρριψη εξουσιοδότησης, μη ολοκλήρωση πρόσθετης ταυτοποίησης, προσωρινή τεχνική δυσλειτουργία ή άλλη πραγματική αιτία που συνδέεται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί αυτομάτως ότι κάθε αποτυχημένη συναλλαγή οφείλεται σε δόλια ή καταχρηστική συμπεριφορά του Πελάτη. Η αξιολόγηση τυχόν σχετικής ένδειξης πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία.
Ο Πωλητής δύναται να παρέχει στον Πελάτη τη δυνατότητα επανάληψης της πληρωμής ή επιλογής άλλης διαθέσιμης μεθόδου, εφόσον η σχετική διαδικασία επιτρέπεται από τη σύμβαση και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Πριν από οποιαδήποτε νέα προσπάθεια είσπραξης, η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική κατάσταση της προηγούμενης συναλλαγής, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος διπλής χρέωσης.
Όταν η παραγγελία δεν έχει ακόμη καταστεί δεσμευτική ή η εκτέλεσή της εξαρτάται νόμιμα από την ολοκλήρωση της πληρωμής, οι συνέπειες μη καταβολής του συμφωνημένου τιμήματος καθορίζονται από τους όρους της συγκεκριμένης συναλλαγής και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Εάν η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, η αντιμετώπιση της μη ολοκληρωμένης πληρωμής πραγματοποιείται σύμφωνα με τις πραγματικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει αυθαίρετες κυρώσεις ή να παρακρατεί ποσά χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 64 και 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την εξουσιοδότηση και την ταυτοποίηση συναλλαγών πληρωμής. Άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την προηγούμενη ενημέρωση και τη διαδικασία ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής.
94. Δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης
Ο καταναλωτής που συνάπτει εξ αποστάσεως σύμβαση αγοράς αγαθών μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος διαθέτει, κατά κανόνα, το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει την αιτία της απόφασής του.
Το δικαίωμα ασκείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας και με την επιφύλαξη των ειδικών εξαιρέσεων που προβλέπονται για συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων ή αγαθών.
Ο Πωλητής οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη του δικαιώματος, την προθεσμία άσκησής του, τις διαθέσιμες διαδικασίες και τις νόμιμες υποχρεώσεις που απορρέουν από την άσκησή του.
Η ύπαρξη εμπορικής πολιτικής επιστροφών του καταστήματος δεν μπορεί να περιορίζει τα υποχρεωτικά δικαιώματα υπαναχώρησης που παρέχονται από τη νομοθεσία.
Ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι το προϊόν είναι ελαττωματικό ή ότι ο Πωλητής παρέβη κάποια συμβατική υποχρέωση προκειμένου να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης.
Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να διακρίνεται από τα αυτοτελή δικαιώματα που απορρέουν από έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών ή μη εκπλήρωση της σύμβασης.
Εάν ο καταναλωτής ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις επιστροφής αγαθών και χρημάτων, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9–16 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προθεσμίες, τις διαδικασίες και τις έννομες συνέπειές του.
95. Επιστροφή των αρχικών εξόδων παράδοσης και αντιμετώπιση ακριβότερων υπηρεσιών αποστολής
Σε περίπτωση νόμιμης υπαναχώρησης, ο Πωλητής επιστρέφει τις πληρωμές που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών εξόδων παράδοσης στο μέτρο που αυτά πρέπει να επιστραφούν.
Όταν ο καταναλωτής έχει επιλέξει συγκεκριμένο τρόπο παράδοσης διαφορετικό από τον οικονομικότερο συνήθη τρόπο παράδοσης που προσέφερε ο Πωλητής, η επιχείρηση δεν υποχρεούται να επιστρέψει τις πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν αποκλειστικά από την επιλογή της ακριβότερης υπηρεσίας, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η εξαίρεση αυτή δεν επιτρέπει γενική παρακράτηση όλων των αρχικών εξόδων αποστολής όταν ο καταναλωτής έχει ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης.
Ο Πωλητής οφείλει να διακρίνει το κόστος της συνήθους παράδοσης από την πρόσθετη επιβάρυνση που συνδέεται με προαιρετική ακριβότερη υπηρεσία, όταν η διάκριση αυτή είναι αναγκαία για την ορθή επιστροφή χρημάτων.
Η εφαρμογή των σχετικών κανόνων εξετάζεται με βάση την πραγματική έκταση της υπαναχώρησης, τους συμφωνημένους όρους και τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
96. Διαθέσιμες χώρες αποστολής, γεωγραφικοί περιορισμοί και πραγματικές δυνατότητες παράδοσης
Ο Πωλητής πραγματοποιεί αποστολές προϊόντων προς τις χώρες και τις γεωγραφικές περιοχές που περιλαμβάνονται στις πραγματικά διαθέσιμες επιλογές παράδοσης του ηλεκτρονικού καταστήματος, σύμφωνα με τη φύση των προϊόντων, τις δυνατότητες των συνεργαζόμενων μεταφορέων και τους νόμιμους περιορισμούς που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η δυνατότητα πρόσβασης στην ιστοσελίδα από συγκεκριμένη χώρα, η παρουσίαση του ηλεκτρονικού καταλόγου σε περισσότερες γλώσσες ή η ύπαρξη διαδικτυακής διεύθυνσης με κατάληξη διαφορετικού κράτους δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής αναλαμβάνει υποχρέωση παράδοσης κάθε προϊόντος σε οποιονδήποτε προορισμό.
Οι χώρες και οι περιοχές στις οποίες πραγματοποιούνται αποστολές πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της παραγγελίας. Όταν συγκεκριμένο προϊόν υπόκειται σε ειδικό περιορισμό διάθεσης ή εισαγωγής στη χώρα προορισμού, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τη δυνατότητα νόμιμης εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής πριν από την ανάληψη της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Ο Πωλητής μπορεί να μεταβάλλει τις διαθέσιμες περιοχές παράδοσης για μελλοντικές συναλλαγές, όταν αυτό απαιτείται από μεταβολή των πραγματικών υπηρεσιών μεταφοράς, των εμπορικών συνθηκών ή της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Η μεταβολή αυτή δεν καταργεί αυτομάτως υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί στο πλαίσιο δεσμευτικής σύμβασης. Εάν η συμφωνημένη παράδοση καταστεί αδύνατη ή δεν πραγματοποιηθεί εντός της εφαρμοστέας προθεσμίας, ο Πωλητής αντιμετωπίζει τις συνέπειες σύμφωνα με την πραγματική αιτία της αδυναμίας, τη συγκεκριμένη σύμβαση και τα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την ενημέρωση για τους όρους παράδοσης και την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης. Άρθρα 3 και 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/302, όπου εφαρμόζονται, σχετικά με τους γεωγραφικούς περιορισμούς στην πρόσβαση και τους γενικούς όρους συναλλαγών.
97. Απαγορευμένοι προορισμοί και μη επιτρεπόμενες μορφές παράδοσης
Ο Πωλητής δεν αναλαμβάνει την εκτέλεση συναλλαγής όταν η πώληση, η αποστολή ή η εισαγωγή του συγκεκριμένου αγαθού στον επιλεγμένο προορισμό απαγορεύεται από δεσμευτική διάταξη που εφαρμόζεται στην πραγματική συναλλαγή.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τους περιορισμούς που συνδέονται με τη φύση του προϊόντος, τη χώρα προορισμού, τον τρόπο αποστολής και τους όρους νόμιμης διάθεσής του, χωρίς να θεωρεί ότι ένας γενικός περιορισμός ισχύει αυτομάτως για κάθε συναφές αγαθό.
Όταν συγκεκριμένη χώρα δεν περιλαμβάνεται στις πραγματικά διαθέσιμες περιοχές παράδοσης, ο Πελάτης πρέπει να ενημερώνεται κατάλληλα και να μην οδηγείται σε διαδικασία παραγγελίας που δημιουργεί εσφαλμένη εντύπωση ότι η αποστολή θα πραγματοποιηθεί ανεπιφύλακτα.
Εάν μετά τη σύναψη της σύμβασης προκύψει νόμιμο εμπόδιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της συμφωνημένης παράδοσης, ο Πωλητής εξετάζει την πραγματική αιτία της αδυναμίας και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Η επιχείρηση δεν δύναται να μετακυλίει αυτομάτως στον Πελάτη κάθε οικονομική συνέπεια της μη εκτέλεσης, ιδίως όταν το πρόβλημα συνδέεται με έλλειψη της απαιτούμενης ενημέρωσης ή με παράβαση υποχρέωσης του ίδιου του Πωλητή.
Η ύπαρξη ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ Πωλητή και Πελάτη δεν επιτρέπει την παράκαμψη δεσμευτικών περιορισμών εισαγωγής, εξαγωγής ή εμπορίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις εμπορίας και εισαγωγής που εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο προϊόν και στη χώρα προορισμού.
98. Διατήρηση υποχρεωτικών δικαιωμάτων του καταναλωτή ανεξάρτητα από την εμπορική πολιτική επιστροφών
Η εμπορική πολιτική επιστροφών που εφαρμόζει το ηλεκτρονικό κατάστημα μπορεί να περιλαμβάνει πρόσθετες υπηρεσίες ή ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης, χωρίς να περιορίζει τα δικαιώματα που προβλέπονται υποχρεωτικά από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Ο Πωλητής δύναται να προσφέρει, κατά περίπτωση, μεγαλύτερη προθεσμία επιστροφής, προαιρετική αλλαγή προϊόντος ή άλλη πρόσθετη εμπορική παροχή, σύμφωνα με τους δημοσιευμένους όρους της συγκεκριμένης υπηρεσίας.
Η ύπαρξη πρόσθετης εμπορικής δυνατότητας δεν μεταβάλλει την αυτοτελή εφαρμογή των νόμιμων δικαιωμάτων υπαναχώρησης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από έλλειψη συμμόρφωσης.
Ειδικότερα, η λήξη μιας προαιρετικής εμπορικής προθεσμίας επιστροφών δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο καταναλωτής στερείται τα δικαιώματα που εξακολουθούν να ισχύουν βάσει της νόμιμης ευθύνης του Πωλητή.
Η επιχείρηση δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενικούς όρους περί μη επιστροφής χρημάτων, μη αποδοχής ανοιγμένων προϊόντων ή υποχρεωτικής αντικατάστασης με άλλο αγαθό για να αποκλείει νόμιμα μέσα αποκατάστασης που προβλέπονται υποχρεωτικά.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ και άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων του καταναλωτή.
99. Νομική ισοδυναμία και αντιμετώπιση αποκλίσεων μεταξύ μεταφράσεων
Οι μεταφράσεις των Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων, των περιγραφών προϊόντων και των λοιπών συμβατικών πληροφοριών αποσκοπούν στην παροχή ουσιαστικά ισοδύναμης ενημέρωσης στους Πελάτες που χρησιμοποιούν διαφορετικές γλωσσικές εκδόσεις του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Ο Πωλητής καταβάλλει εύλογες προσπάθειες ώστε οι μεταφράσεις να αποδίδουν με ακρίβεια το περιεχόμενο των αντίστοιχων συμβατικών διατάξεων, χωρίς να μεταβάλλουν τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις προθεσμίες ή τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ουσιώδης απόκλιση μεταξύ δύο γλωσσικών εκδόσεων, η επιχείρηση εξετάζει το περιεχόμενο που γνωστοποιήθηκε στον Πελάτη κατά τη συγκεκριμένη συναλλαγή, τις περιστάσεις της σύναψης της σύμβασης και τους εφαρμοστέους κανόνες ερμηνείας των συμβατικών όρων.
Η ύπαρξη διαφορετικής γλωσσικής διατύπωσης δεν παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα να επιλέγει εκ των υστέρων την έκδοση που περιορίζει περισσότερο τις υποχρεώσεις του ή τα δικαιώματα του Πελάτη.
Όπου η εφαρμοστέα νομοθεσία προβλέπει ειδικούς κανόνες ερμηνείας υπέρ του καταναλωτή, οι κανόνες αυτοί εξακολουθούν να εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της γλώσσας στην οποία συντάχθηκαν αρχικά οι όροι.
Ο Πωλητής δύναται να τηρεί αρχείο των διαφορετικών γλωσσικών εκδόσεων, των ημερομηνιών δημοσίευσης και των μεταβολών τους, ώστε να είναι δυνατή η εξακρίβωση του περιεχομένου που ίσχυε κατά τη σύναψη συγκεκριμένης σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3, 5 και 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Ειδικότερα, το άρθρο 5 προβλέπει ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την έννοια συμβατικής ρήτρας, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία, υπό τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου.
100. Ενημέρωση του επισκέπτη για επικοινωνία με αυτοματοποιημένο βοηθό τεχνητής νοημοσύνης
Όταν το ηλεκτρονικό κατάστημα χρησιμοποιεί σύστημα τεχνητής νοημοσύνης για την αυτοματοποιημένη επικοινωνία με επισκέπτες ή Πελάτες, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει και να εφαρμόζει τις απαιτήσεις διαφάνειας που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 50 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689, τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να ενημερώνονται ότι αλληλεπιδρούν με σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, εκτός εάν αυτό είναι προφανές από τις περιστάσεις και το πλαίσιο χρήσης.
Ο αυτοματοποιημένος βοηθός μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα, τις παραγγελίες, τις διαθέσιμες υπηρεσίες και τις διαδικασίες επικοινωνίας του καταστήματος.
Η επιχείρηση πρέπει να αποφεύγει την παραπλανητική παρουσίαση του συστήματος ως ανθρώπινου εκπροσώπου όταν η εφαρμοστέα νομοθεσία απαιτεί διαφορετική ενημέρωση.
Η χρήση αυτοματοποιημένου βοηθού δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από τις συμβατικές υποχρεώσεις του ούτε επιτρέπει τη δημιουργία παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα ή τα δικαιώματα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 50 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 (AI Act). Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις διαφάνειας εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2026, με τις προβλεπόμενες ειδικές και μεταβατικές ρυθμίσεις. Shaping Europe’s digital future
101. Διαχωρισμός των κατηγοριών προϊόντων και εφαρμογή ειδικών κανονιστικών διατάξεων
Τα προϊόντα που παρουσιάζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικές εμπορικές και κανονιστικές κατηγορίες, οι οποίες δεν υπάγονται αυτομάτως σε ενιαίο νομικό καθεστώς ως προς την παραγωγή, τη διάθεση, την πώληση, τη διαφήμιση, την εισαγωγή ή τη διασυνοριακή αποστολή τους.
Ο Πωλητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη συγκεκριμένη φύση και τα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος, ώστε η εμπορική του διάθεση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην αντίστοιχη κατηγορία.
Η υπαγωγή προϊόντων στον ίδιο εμπορικό κατάλογο ή στην ίδια γενική κατηγορία του ηλεκτρονικού καταστήματος δεν συνεπάγεται ότι όλα τα προϊόντα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο από τη νομοθεσία.
Ειδικότερα, τα χαρτάκια στριφτού, τα φίλτρα, τα χάρτινα επιστόμια, τα σωληνάκια, τα λοιπά αξεσουάρ, τα προϊόντα καπνού και τα προϊόντα ατμίσματος πρέπει να εξετάζονται χωριστά, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική τους ταξινόμηση και τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν στην αντίστοιχη αγορά.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η νόμιμη εμπορία ενός προϊόντος στην Ελλάδα συνεπάγεται αυτομάτως την επιτρεπόμενη εξ αποστάσεως διάθεσή του σε κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα.
Όταν συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις, οι γενικοί όροι του καταστήματος εφαρμόζονται συμπληρωματικά και δεν υποκαθιστούν τις αντίστοιχες υποχρεωτικές διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ για τους ορισμούς των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και άρθρο 18 της ίδιας Οδηγίας σχετικά με τις διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού. Άρθρα 2, 4 και 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, στον βαθμό που εφαρμόζεται το γενικό καθεστώς ασφάλειας προϊόντων.
102. Στοιχεία κατασκευαστή, υπεύθυνου οικονομικού φορέα και πληροφορίες ασφάλειας
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε τα προϊόντα που προσφέρει προς πώληση να συνοδεύονται από τις πληροφορίες ταυτοποίησης, προέλευσης και ασφάλειας που απαιτούνται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο για τη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών.
Όταν ένα προϊόν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, η διαδικτυακή προσφορά του πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 19 του Κανονισμού.
Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα προβλεπόμενα στοιχεία ταυτοποίησης και επικοινωνίας του κατασκευαστή, τα στοιχεία του αρμόδιου υπεύθυνου προσώπου όταν ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις πληροφορίες αναγνώρισης του προϊόντος και τις απαιτούμενες προειδοποιήσεις ή πληροφορίες ασφαλείας.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στο ηλεκτρονικό κατάστημα να ανταποκρίνονται στα πραγματικά στοιχεία του προϊόντος και να μην αποδίδουν αυθαίρετα την ιδιότητα του κατασκευαστή, του εισαγωγέα ή του υπεύθυνου οικονομικού φορέα σε πρόσωπο που δεν διαθέτει τη συγκεκριμένη ιδιότητα.
Όταν τα απαιτούμενα στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα ή προκύπτει ουσιώδης αμφιβολία σχετικά με την ταυτότητα του προϊόντος και τη νομιμότητα της διάθεσής του, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει το ζήτημα πριν από τη συνέχιση της αντίστοιχης εμπορικής δραστηριότητας.
Η ανάθεση της προμήθειας, αποθήκευσης ή αποστολής του προϊόντος σε τρίτο συνεργάτη δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται λόγω του πραγματικού ρόλου του στην αλυσίδα διάθεσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με τις υποχρεώσεις κατασκευαστών και τις πληροφορίες που πρέπει να εμφανίζονται στις εξ αποστάσεως προσφορές προϊόντων. Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις εφαρμόζονται ανάλογα με το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού και το τυχόν ειδικό κανονιστικό πλαίσιο του προϊόντος.
103. Ενδεικτικές φωτογραφίες, εικονογραφήσεις και αποκλίσεις συσκευασίας
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, το ηλεκτρονικό κατάστημα μπορεί να χρησιμοποιεί ενδεικτικές φωτογραφίες, εικονογραφήσεις ή άλλο οπτικό υλικό για τη γενική παρουσίαση μιας κατηγορίας προϊόντων, μιας εμπορικής οικογένειας ή μιας σειράς αγαθών που διατίθενται σε περισσότερες εκδόσεις.
Όταν το φωτογραφικό υλικό δεν απεικονίζει με ακρίβεια τη συγκεκριμένη έκδοση που προσφέρεται προς πώληση, ο Πωλητής πρέπει να μεριμνά ώστε η παρουσίαση να μην δημιουργεί εσφαλμένη εντύπωση για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προϊόντος που θα παραδοθεί.
Η χρήση ενδεικτικής εικόνας πρέπει να διακρίνεται από την περίπτωση κατά την οποία η φωτογραφία παρουσιάζεται ως απεικόνιση του συγκεκριμένου παραγγελθέντος αγαθού. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν υπάρχουν διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου προϊόντος ως προς το μέγεθος, τη συσκευασία, την ποσότητα ή τη σύνθεσή του.
Εάν ο κατασκευαστής έχει τροποποιήσει την εξωτερική εμφάνιση της συσκευασίας χωρίς να μεταβάλει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προϊόντος, ο Πωλητής μπορεί να ενημερώνει την παρουσίαση του αντίστοιχου αγαθού σύμφωνα με τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία.
Η μεταβολή της συσκευασίας δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως γενική δικαιολογία για την παράδοση διαφορετικού τύπου, διαφορετικής ποσότητας ή άλλου προϊόντος που δεν ανταποκρίνεται στη συμφωνία.
Σε περίπτωση που ο Πελάτης παραλάβει προϊόν με διαφορετική εμφάνιση από εκείνη που παρουσιάστηκε κατά την αγορά και υποστηρίζει ότι η διαφορά επηρεάζει τη συμφωνημένη συναλλαγή, ο Πωλητής εξετάζει το περιστατικό, τα πραγματικά χαρακτηριστικά του αγαθού και τις πληροφορίες που είχαν γνωστοποιηθεί πριν από την παραγγελία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ, σχετικά με την περιγραφή και τη συμμόρφωση των αγαθών· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με την παραπλανητική παρουσίαση ή παράλειψη ουσιωδών πληροφοριών.
104. Νόμιμη αναμονή παραλαβής των επιστρεφόμενων αγαθών πριν από την επιστροφή χρημάτων
Στις συμβάσεις πώλησης αγαθών για τις οποίες ο καταναλωτής έχει ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης, ο Πωλητής δύναται να αναμείνει την παραλαβή των επιστρεφόμενων αγαθών ή την προσκόμιση αποδεικτικού αποστολής τους, ανάλογα με το ποιο γεγονός πραγματοποιείται πρώτο.
Η δυνατότητα αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Όταν ο καταναλωτής έχει προσκομίσει κατάλληλο αποδεικτικό ότι απέστειλε εμπρόθεσμα τα αγαθά, ο Πωλητής δεν δύναται να επικαλείται γενικά την απουσία φυσικής παραλαβής τους ως λόγο απεριόριστης αναβολής της επιστροφής χρημάτων, εφόσον εφαρμόζεται η σχετική υποχρέωση του άρθρου 13.
Εάν ο Πωλητής έχει προσφερθεί να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, εξετάζεται η ειδική εξαίρεση από τη δυνατότητα αναμονής.
Η ύπαρξη εσωτερικής διαδικασίας ελέγχου του επιστρεφόμενου προϊόντος δεν παρέχει αυτοτελές δικαίωμα παράτασης των νόμιμων προθεσμιών πέραν των περιπτώσεων που επιτρέπονται.
Οποιαδήποτε ενδεχόμενη αξίωση για αποδεδειγμένη μείωση της αξίας των αγαθών αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 14 και δεν δικαιολογεί αυθαίρετη αναστολή ολόκληρης της οφειλόμενης επιστροφής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 παράγραφος 3 και 14 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
105. Σφραγισμένα προϊόντα υγιεινής και ειδικές εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης
Η εφαρμογή εξαίρεσης από το δικαίωμα υπαναχώρησης για λόγους προστασίας της υγείας ή υγιεινής προϋποθέτει ότι συντρέχουν οι ειδικές απαιτήσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η εξαίρεση αφορά σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή για λόγους προστασίας της υγείας ή υγιεινής και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση.
Η απλή εμπορική κατάταξη ενός προϊόντος ως είδους προσωπικής χρήσης δεν επαρκεί από μόνη της για την εφαρμογή της εξαίρεσης.
Για προϊόντα όπως τσιγαρόχαρτα, φίλτρα, χάρτινα επιστόμια και λοιπά συναφή αγαθά, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει την πραγματική φύση του συγκεκριμένου προϊόντος, τον χαρακτήρα της σφράγισης και το εάν συντρέχουν αντικειμενικά οι νόμιμες προϋποθέσεις της εξαίρεσης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χαρακτηρίζει αυθαίρετα κάθε εμπορική συσκευασία ως σφράγιση υγιεινής, εάν η συγκεκριμένη παρουσίαση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική λειτουργία της συσκευασίας και στις απαιτήσεις της νομοθεσίας.
Όταν εφαρμόζεται νόμιμα συγκεκριμένη εξαίρεση, ο καταναλωτής πρέπει να έχει λάβει την απαιτούμενη προηγούμενη ενημέρωση σχετικά με την απουσία του δικαιώματος υπαναχώρησης ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό χάνεται.
Η εφαρμογή της εξαίρεσης δεν αποκλείει τα αυτοτελή δικαιώματα του καταναλωτή σε περίπτωση ελαττωματικού προϊόντος ή άλλης έλλειψης συμμόρφωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ια΄ και άρθρο 16 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
106. Προσθήκη προϊόντος στο ηλεκτρονικό καλάθι και προσωρινή διατήρηση επιλογών
Η προσθήκη συγκεκριμένου προϊόντος στο ηλεκτρονικό καλάθι αποτελεί τεχνικό στάδιο της διαδικασίας αγοράς και επιτρέπει στον Πελάτη να συγκεντρώνει, να ελέγχει και να τροποποιεί τα προϊόντα που επιθυμεί να παραγγείλει.
Η προσθήκη προϊόντος στο καλάθι δεν συνιστά από μόνη της ολοκλήρωση της συναλλαγής ούτε δημιουργεί αυτομάτως δεσμευτική σύμβαση πώλησης μεταξύ του Πελάτη και του Πωλητή.
Εκτός εάν προβλέπεται ρητά διαφορετικά από την πραγματική λειτουργία του καταστήματος ή από ειδική συμφωνία, η προσθήκη προϊόντος στο καλάθι δεν συνεπάγεται ότι έχει δεσμευθεί συγκεκριμένη ποσότητα αποθέματος αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο Πελάτη.
Η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί κατάλληλους τεχνικούς μηχανισμούς για την προσωρινή διατήρηση του περιεχομένου του καλαθιού, τη διαχείριση της σχετικής συνεδρίας και τη διευκόλυνση της ολοκλήρωσης της παραγγελίας, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων και χρήσης τεχνολογιών αποθήκευσης πληροφοριών.
Εφόσον μεταβληθεί η διαθεσιμότητα ή η εμπορική τιμή συγκεκριμένου προϊόντος πριν από τη σύναψη της σύμβασης, η επιχείρηση μεριμνά ώστε ο Πελάτης να ενημερώνεται κατάλληλα πριν αναλάβει δεσμευτική υποχρέωση πληρωμής.
Η προσωρινή αποθήκευση προϊόντων στο καλάθι δεν παρέχει στον Πωλητή δικαίωμα να επιβάλλει χρεώσεις χωρίς την απαιτούμενη συμφωνία του Πελάτη ούτε να θεωρεί την απλή εγκατάλειψη του καλαθιού ως αποδοχή της αγοράς.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την προηγούμενη ενημέρωση και τη διαδικασία ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής· άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ σχετικά με τη διαδικασία ηλεκτρονικής παραγγελίας.
107. Εξατομικευμένη τιμολόγηση και αυτοματοποιημένη αξιολόγηση εμπορικών δεδομένων Πελατών
Ο Πωλητής δύναται να εφαρμόζει διαφορετικές εμπορικές προσφορές ή ειδικές τιμές σε συγκεκριμένες κατηγορίες Πελατών, εφόσον η σχετική πρακτική επιτρέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία και οι ουσιώδεις όροι της γνωστοποιούνται κατάλληλα.
Όταν η τιμή συγκεκριμένου προϊόντος εξατομικεύεται βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, η επιχείρηση οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή την ειδική ενημέρωση που προβλέπεται από τη νομοθεσία πριν αυτός δεσμευθεί από την αντίστοιχη εξ αποστάσεως σύμβαση.
Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται χωριστά από τη συνήθη δυναμική τιμολόγηση, κατά την οποία οι τιμές μεταβάλλονται με βάση γενικούς εμπορικούς παράγοντες, όπως η ζήτηση ή το κόστος προμήθειας, χωρίς να εξατομικεύονται βάσει αυτοματοποιημένης αξιολόγησης του συγκεκριμένου Πελάτη.
Εφόσον για τον καθορισμό εξατομικευμένης τιμής χρησιμοποιούνται προσωπικά δεδομένα, ο Πωλητής οφείλει να διαθέτει κατάλληλη νόμιμη βάση επεξεργασίας, να παρέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες και να εφαρμόζει τις αρχές περιορισμού του σκοπού, ελαχιστοποίησης των δεδομένων και διαφάνειας.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η γενική αποδοχή των Όρων και Προϋποθέσεων αποτελεί αυτομάτως επαρκή νόμιμη βάση για κάθε μορφή δημιουργίας προφίλ ή αυτοματοποιημένης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.
Όταν η αυτοματοποιημένη επεξεργασία οδηγεί σε απόφαση που παράγει έννομα αποτελέσματα για το φυσικό πρόσωπο ή το επηρεάζει με αντίστοιχα σημαντικό τρόπο, εξετάζεται επιπλέον η εφαρμογή των ειδικών περιορισμών και εγγυήσεων του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Η επιχείρηση οφείλει να αποφεύγει πρακτικές τιμολόγησης που παραβιάζουν ειδικούς κανόνες απαγόρευσης διακρίσεων ή χρησιμοποιούν προσωπικά δεδομένα κατά τρόπο αντίθετο προς τις νόμιμες προϋποθέσεις της αντίστοιχης επεξεργασίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο εα΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, όπως προστέθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2161· άρθρα 5, 6, 13, 14 και 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ).
108. Εμφανή σφάλματα εμπορικού καταλόγου, ανακριβείς καταχωρίσεις και διαδικασία αποκατάστασης
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένα συστήματα εισαγωγής προϊόντων, ηλεκτρονικές διασυνδέσεις με προμηθευτές και κεντρικές βάσεις εμπορικού περιεχομένου για την παρουσίαση και ενημέρωση του καταλόγου του.
Παρά την εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών ελέγχου, ενδέχεται να προκύψουν αντικειμενικά τεχνικά σφάλματα κατά την εισαγωγή ή ενημέρωση συγκεκριμένου προϊόντος, τα οποία μπορεί να επηρεάζουν την περιγραφή, τη φωτογραφία, την ποσότητα, την τιμή, τον κωδικό ή άλλο στοιχείο της εμπορικής παρουσίασης.
Εφόσον διαπιστωθεί τέτοιο σφάλμα, η επιχείρηση μεριμνά για τη διόρθωση των σχετικών πληροφοριών, ώστε οι μελλοντικές καταχωρίσεις και συναλλαγές να βασίζονται στα πραγματικά χαρακτηριστικά του αγαθού.
Εάν το σφάλμα έχει επηρεάσει ήδη υποβληθείσα παραγγελία, ο Πωλητής εξετάζει το πραγματικό στάδιο της συναλλαγής, τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη και τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί σύμφωνα με την εφαρμοστέα σύμβαση.
Η ύπαρξη τεχνικού σφάλματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εκτέλεσης της συναλλαγής. Αντίστοιχα, η διαπίστωση αντικειμενικά προφανούς σφάλματος μπορεί να έχει διαφορετικές έννομες συνέπειες ανάλογα με τις πραγματικές περιστάσεις και τις διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επικαλείται γενική ρήτρα περί σφαλμάτων καταλόγου για να μεταβάλλει αυθαίρετα τη συμφωνημένη ποσότητα, την τιμή ή τα χαρακτηριστικά προϊόντος ήδη συναφθείσας σύμβασης.
Όταν η ανακρίβεια της εμπορικής παρουσίασης συνιστά παραπλανητική πληροφορία ή οδηγεί σε παράδοση μη συμμορφούμενου προϊόντος, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές· άρθρα 6, 7 και 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών και τα δικαιώματα του καταναλωτή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης.
109. Οικονομική τεκμηρίωση συναλλαγών, διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων και δυνατότητα ελέγχου
Ο Πωλητής οργανώνει την τήρηση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την ορθή διαχείριση και τη νόμιμη τεκμηρίωση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Τα σχετικά στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνουν τον αριθμό παραγγελίας, τα προϊόντα και τις ποσότητες που συμφωνήθηκαν, την τιμή πώλησης, τις εφαρμοστέες φορολογικές επιβαρύνσεις, τον επιλεγμένο τρόπο πληρωμής, την κατάσταση εξόφλησης και τα αντίστοιχα νόμιμα παραστατικά.
Η επιχείρηση δύναται να διατηρεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση της παραγγελίας, την αποστολή, την παράδοση, τις επιστροφές χρημάτων και τις επικοινωνίες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, στον βαθμό που υφίσταται νόμιμος σκοπός διατήρησής τους.
Η χρήση των στοιχείων αυτών μπορεί να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση συμβατικών και φορολογικών υποχρεώσεων, τη διερεύνηση πραγματικών προβλημάτων πληρωμής, την αντιμετώπιση αμφισβητήσεων συναλλαγών και τη θεμελίωση ή υποστήριξη νόμιμων αξιώσεων.
Όταν η διατήρηση δεδομένων πραγματοποιείται για περισσότερους από έναν σκοπούς, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει χωριστά τη νόμιμη βάση, την αναγκαιότητα και το επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα διατήρησης για κάθε κατηγορία πληροφοριών.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η δυνατότητα τεχνικής αποθήκευσης δεδομένων δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα διατήρησης ή επεξεργασίας τους χωρίς χρονικό περιορισμό.
Τα προσωπικά δεδομένα των Πελατών προστατεύονται με κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, ενώ η πρόσβαση σε αυτά περιορίζεται στα πρόσωπα και στις λειτουργίες για τις οποίες υφίσταται πραγματική και νόμιμη ανάγκη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 8 παράγραφος 7 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την επιβεβαίωση της σύμβασης σε σταθερό μέσο· άρθρα 5, 6 και 32 του ΓΚΠΔ σχετικά με τη νομιμότητα, τον περιορισμό του σκοπού, τη διάρκεια διατήρησης και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων.
110. Ειδικές τιμές επαγγελματικών συναλλαγών και πωλήσεων χονδρικής
Ο Πωλητής δύναται να προσφέρει ιδιαίτερες εμπορικές τιμές, εκπτώσεις ποσότητας, ειδικούς όρους πληρωμής ή άλλες εμπορικές παροχές σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που πραγματοποιούν αγορές στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Οι σχετικοί όροι μπορεί να διαφέρουν από εκείνους που εφαρμόζονται στις συνήθεις καταναλωτικές συναλλαγές, εφόσον ανταποκρίνονται στην πραγματική φύση της αγοράς και συμφωνούνται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
Η επιχείρηση δύναται να καθορίζει ειδικές τιμές για συγκεκριμένες ποσότητες, επαναλαμβανόμενες παραγγελίες, μακροχρόνιες συνεργασίες ή άλλες αντικειμενικές εμπορικές συνθήκες.
Όταν μια επαγγελματική συναλλαγή διέπεται από ιδιαίτερη εμπορική συμφωνία, οι ουσιώδεις όροι σχετικά με την τιμή, την ποσότητα, την πληρωμή και την παράδοση πρέπει να προσδιορίζονται κατάλληλα πριν από την ανάληψη των αντίστοιχων δεσμευτικών υποχρεώσεων.
Η απλή καταχώριση επαγγελματικών στοιχείων ή η έκδοση τιμολογίου δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει την ιδιότητα του καταναλωτή, όταν από τις πραγματικές περιστάσεις και το εφαρμοστέο δίκαιο προκύπτει διαφορετική νομική αντιμετώπιση.
Ο Πωλητής μπορεί να διατηρεί διαφορετικούς εμπορικούς τιμοκαταλόγους και διαδικασίες διαχείρισης επαγγελματικών παραγγελιών, χωρίς να μεταβάλλει μονομερώς συμφωνημένους όρους συγκεκριμένης σύμβασης.
Η αντιμετώπιση των επαγγελματικών συναλλαγών πρέπει να πραγματοποιείται με βάση την πραγματική ιδιότητα των μερών και τους κανόνες που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη εμπορική σχέση.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ για την έννοια του καταναλωτή και άρθρο 2 παράγραφος 2 για την έννοια του εμπόρου. Οι ειδικοί όροι πραγματικών συναλλαγών B2B διέπονται επιπλέον από το εφαρμοστέο εθνικό συμβατικό και εμπορικό δίκαιο.
111. Περιορισμοί εισαγωγής και υποχρεώσεις κατά τις αποστολές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η αποστολή αγαθών σε χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να υπόκειται σε τελωνειακές, φορολογικές, διοικητικές ή άλλες ειδικές απαιτήσεις, οι οποίες εξαρτώνται από τη φύση του προϊόντος, τη χώρα προέλευσης, τον προορισμό και τους πραγματικούς όρους της συναλλαγής.
Πριν από την ανάληψη συγκεκριμένης υποχρέωσης παράδοσης, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει εάν το προϊόν μπορεί να αποσταλεί και να εισαχθεί νόμιμα στον αντίστοιχο προορισμό, με βάση τις πληροφορίες και τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον ο Πελάτης ενδέχεται να επιβαρυνθεί με πρόσθετους εισαγωγικούς δασμούς, φόρους ή άλλες υποχρεωτικές χρεώσεις, πρέπει να παρέχεται η απαιτούμενη προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με την ύπαρξη και την κατανομή των σχετικών επιβαρύνσεων.
Ο Πωλητής δεν δύναται να μετακυλίει γενικά και εκ των υστέρων στον Πελάτη κάθε πρόσθετη δαπάνη ή συνέπεια που προκύπτει από ανεπαρκή ενημέρωση, εσφαλμένα στοιχεία αποστολής ή παράβαση υποχρέωσης που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.
Σε επαγγελματικές συναλλαγές μπορούν να συμφωνούνται ειδικότεροι όροι σχετικά με τον εκτελωνισμό, τα έξοδα μεταφοράς, τους εισαγωγικούς δασμούς και την κατανομή συγκεκριμένων κινδύνων, εφόσον οι συμφωνίες αυτές είναι νόμιμες και επαρκώς σαφείς.
Εάν η εισαγωγή συγκεκριμένου προϊόντος απαγορεύεται στη χώρα προορισμού, η ύπαρξη ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ των μερών δεν καθιστά αυτομάτως επιτρεπτή τη συγκεκριμένη εισαγωγή.
Νομοθετική βάση: Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 για τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα και άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την απαιτούμενη προηγούμενη ενημέρωση για τη συνολική τιμή και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις.
112. Διαφορετικές εμπορικές τιμές μεταξύ ηλεκτρονικών καταστημάτων
Ο Πωλητής δύναται να εφαρμόζει διαφορετική εμπορική πολιτική τιμών στα ηλεκτρονικά καταστήματα που λειτουργεί ή σε διαφορετικά κανάλια διάθεσης, σύμφωνα με τις πραγματικές εμπορικές συνθήκες και τις εφαρμοστέες νόμιμες υποχρεώσεις.
Η ύπαρξη κοινής τεχνικής υποδομής, κοινών προμηθευτών ή ίδιων προϊόντων σε περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποχρέωση εφαρμογής ταυτόσημων εμπορικών τιμών σε όλες τις συναλλαγές.
Οι διαφορετικές τιμές μπορεί να συνδέονται με αντικειμενικούς παράγοντες, όπως διαφορετικές εμπορικές συμφωνίες, πραγματικά έξοδα διάθεσης, κόστος εξυπηρέτησης, διαθέσιμες υπηρεσίες παράδοσης ή άλλες νόμιμες εμπορικές παραμέτρους.
Η εφαρμογή διαφορετικών τιμών πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν τη διαφάνεια, την προστασία του καταναλωτή και τους περιορισμούς αδικαιολόγητων διακρίσεων που ενδέχεται να εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ο Πελάτης ενημερώνεται για την πραγματική τιμή που εφαρμόζεται στο κατάστημα μέσω του οποίου πραγματοποιεί την αγορά του και για το συνολικό τίμημα πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας.
Η μεταγενέστερη διαπίστωση ότι το ίδιο προϊόν προσφέρεται σε διαφορετική τιμή από άλλο κατάστημα δεν μεταβάλλει αυτομάτως τη συμφωνημένη τιμή της συγκεκριμένης συναλλαγής, με την επιφύλαξη τυχόν εφαρμοστέων υποχρεωτικών διατάξεων.
Η επιχείρηση οφείλει να αποφεύγει παραπλανητικές συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών καταστημάτων, ιδίως όταν οι σχετικές προσφορές δεν αφορούν πραγματικά ταυτόσημα προϊόντα, ποσότητες ή όρους παράδοσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3 και 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/302, όπου εφαρμόζονται, σχετικά με την πρόσβαση σε διαδικτυακές διεπαφές και τους γενικούς όρους πρόσβασης σε αγαθά ή υπηρεσίες· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πληροφορίες.
113. Επαγγελματικές συναλλαγές, έκδοση τιμολογίων B2B και ταυτοποίηση φορολογικών στοιχείων αγοραστή
Όταν συγκεκριμένη παραγγελία πραγματοποιείται από επιχείρηση ή επαγγελματία στο πλαίσιο της πραγματικής εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο Πωλητής εκδίδει το αντίστοιχο φορολογικό παραστατικό σύμφωνα με τη φύση της συναλλαγής και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Για την ορθή έκδοση του παραστατικού μπορεί να απαιτείται η παροχή της νόμιμης επωνυμίας ή των επαγγελματικών στοιχείων του αγοραστή, του αριθμού φορολογικής ταυτοποίησης, της διεύθυνσης και άλλων πληροφοριών που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Ο Πελάτης οφείλει να παρέχει ακριβή στοιχεία για την έκδοση του αντίστοιχου παραστατικού και να γνωστοποιεί κατάλληλα τυχόν αναγκαίες διορθώσεις, σύμφωνα με την πραγματική συναλλαγή.
Όταν η πώληση πραγματοποιείται μεταξύ επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Πωλητής εξετάζει τη φορολογική ιδιότητα του αγοραστή, την πραγματική διακίνηση των αγαθών και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του αντίστοιχου καθεστώτος ΦΠΑ.
Η αναγραφή αλλοδαπού αριθμού φορολογικής ταυτοποίησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή της συναλλαγής από τον ΦΠΑ ή εφαρμογή συγκεκριμένου διασυνοριακού φορολογικού καθεστώτος.
Η επιχείρηση δύναται να πραγματοποιεί τους αναγκαίους νόμιμους ελέγχους των φορολογικών πληροφοριών που παρέχονται για την τιμολόγηση, στον βαθμό που απαιτείται για την ορθή εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών της.
Εφόσον η συγκεκριμένη συναλλαγή εμπίπτει στις προβλεπόμενες περιπτώσεις απαλλαγής ή ειδικής φορολογικής μεταχείρισης, ο Πωλητής εφαρμόζει τους αντίστοιχους κανόνες και διατηρεί τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Η πραγματική επαγγελματική ιδιότητα του αγοραστή και ο σκοπός της συναλλαγής αξιολογούνται χωριστά από τη διαδικασία έκδοσης φορολογικού παραστατικού. Η απλή έκδοση τιμολογίου δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει υποχρεωτικά δικαιώματα καταναλωτή, όταν αυτά εφαρμόζονται σύμφωνα με το πραγματικό περιεχόμενο της συναλλαγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 138, 220 και 226 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ, σχετικά με τις προϋποθέσεις απαλλαγής ενδοκοινοτικών παραδόσεων, την έκδοση τιμολογίων και τα απαιτούμενα στοιχεία τους. Η φορολογική μεταχείριση πρέπει να προσδιορίζεται με βάση την πραγματική συναλλαγή και τις σχετικές εθνικές διατάξεις.
114. Μερική εκτέλεση μεγάλης επαγγελματικής παραγγελίας και συμφωνία για τμηματική παράδοση
Όταν συγκεκριμένη επαγγελματική παραγγελία περιλαμβάνει μεγάλη ποσότητα αγαθών και προκύπτει πραγματική αδυναμία άμεσης διάθεσης ολόκληρης της συμφωνημένης ποσότητας, ο Πωλητής δύναται να προτείνει στον επαγγελματία αγοραστή τμηματική εκτέλεση της συναλλαγής.
Η σχετική συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει την ποσότητα που θα παραδοθεί άμεσα, τη μεταγενέστερη παράδοση των υπολοίπων αγαθών, τους αντίστοιχους χρόνους εκτέλεσης και τις οικονομικές συνέπειες της συγκεκριμένης τροποποίησης.
Η πρόταση μερικής εκτέλεσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο επαγγελματίας αγοραστής υποχρεούται να αποδεχθεί διαφορετικούς όρους από εκείνους που έχουν ήδη συμφωνηθεί.
Ο Πωλητής οφείλει να διακρίνει την περίπτωση κατά την οποία η τμηματική παράδοση προβλεπόταν από την αρχική συμφωνία από την περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης της σύμβασης.
Η ύπαρξη αδυναμίας συγκεκριμένου προμηθευτή δεν μεταβάλλει αυτομάτως την ευθύνη του Πωλητή έναντι του επαγγελματία αγοραστή.
Νομοθετική βάση: Εφαρμοστέο εθνικό συμβατικό δίκαιο και, για διεθνείς συμβάσεις πώλησης στις οποίες εφαρμόζεται, άρθρα 33, 49 και 73 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τις Διεθνείς Πωλήσεις Κινητών Πραγμάτων (CISG). Η εφαρμογή της CISG πρέπει να εξετάζεται ανά συναλλαγή.
115. Αναγραφή τιμών και ενημέρωση για το πραγματικό τίμημα
Οι τιμές των προϊόντων που εμφανίζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια, ώστε ο Πελάτης να μπορεί να γνωρίζει το πραγματικό τίμημα της συγκεκριμένης μονάδας πώλησης πριν από την υποβολή της παραγγελίας του.
Για τις καταναλωτικές συναλλαγές, η παρουσίαση των τιμών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις σχετικά με την τελική τιμή πώλησης, τις φορολογικές επιβαρύνσεις και τις λοιπές πληροφορίες που απαιτούνται για την ορθή ενημέρωση του αγοραστή.
Όταν ένα προϊόν διατίθεται σε περισσότερες ποσότητες ή διαφορετικές συσκευασίες, η εμφανιζόμενη τιμή πρέπει να συνδέεται με σαφήνεια με τη συγκεκριμένη ποσότητα ή εμπορική μονάδα που επιλέγει ο Πελάτης.
Η επιχείρηση μπορεί να παρουσιάζει ειδικές τιμές πολλαπλών συσκευασιών, εκπτώσεις ποσότητας ή διαφορετικές εμπορικές επιλογές, εφόσον η αντίστοιχη παρουσίαση δεν δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση για την πραγματική αξία ή ποσότητα του προϊόντος.
Ο Πωλητής οφείλει να αποφεύγει την εμφάνιση πρόσθετων μη γνωστοποιημένων υποχρεωτικών χρεώσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της συναλλαγής, κατά παράβαση των εφαρμοστέων απαιτήσεων προηγούμενης ενημέρωσης.
Η τιμή που συμφωνείται στο πλαίσιο δεσμευτικής σύμβασης δεν μεταβάλλεται μονομερώς από μεταγενέστερη αλλαγή του εμπορικού καταλόγου, εκτός εάν τέτοια μεταβολή επιτρέπεται νόμιμα σύμφωνα με τους όρους της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3 και 4 της Οδηγίας 98/6/ΕΚ για την αναγραφή τιμών και άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τη συνολική τιμή και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις.
116. Όρια λειτουργίας αυτοματοποιημένου βοηθού και αποφυγή μη εξουσιοδοτημένων εμπορικών δεσμεύσεων
Ο αυτοματοποιημένος βοηθός του ηλεκτρονικού καταστήματος μπορεί να χρησιμοποιείται για την παροχή πληροφοριών, τη διευκόλυνση της επικοινωνίας και την υποστήριξη των διαθέσιμων διαδικασιών εξυπηρέτησης.
Η επιχείρηση ορίζει τις πραγματικές λειτουργίες που επιτρέπεται να εκτελεί το συγκεκριμένο σύστημα και τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται παρέμβαση εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του Πωλητή.
Ο βοηθός δεν πρέπει να παρουσιάζει ως εγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες προσφορές, εκπτώσεις, επιστροφές χρημάτων ή άλλες μεταβολές συμβατικών όρων τις οποίες δεν διαθέτει πραγματική εξουσιοδότηση να πραγματοποιήσει.
Η παρούσα πρόβλεψη δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από ευθύνη για δηλώσεις ή ενέργειες αυτοματοποιημένου συστήματος που ο ίδιος χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της εμπορικής του δραστηριότητας.
Εάν ο βοηθός παρέχει ανακριβή ουσιώδη πληροφορία ή δημιουργεί πραγματική διαφωνία σχετικά με συγκεκριμένη συναλλαγή, ο Πωλητής εξετάζει το περιστατικό σύμφωνα με τις εφαρμοστέες συμβατικές υποχρεώσεις και τους κανόνες προστασίας του καταναλωτή.
Η επιχείρηση δύναται να οργανώνει διαδικασίες ανθρώπινης επανεξέτασης, διόρθωσης πληροφοριών και περιορισμού των λειτουργιών του συστήματος όταν διαπιστώνονται πραγματικά προβλήματα.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ για την προσυμβατική ενημέρωση και τη σύναψη εξ αποστάσεως συμβάσεων. Η εσωτερική κατανομή εξουσιοδοτήσεων του βοηθού αποτελεί οργανωτική διαδικασία της επιχείρησης.
117. Μη συμμόρφωση παραδοθέντος προϊόντος με τη συμφωνία
Ο Πωλητής υποχρεούται να παραδίδει στον Πελάτη αγαθά που ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά και στους όρους της συγκεκριμένης σύμβασης πώλησης, καθώς και στις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η συμμόρφωση εξετάζεται, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την περιγραφή, τον τύπο, την ποσότητα, την ποιότητα, τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα, την καταλληλότητα για τον συμφωνημένο ή συνήθη σκοπό χρήσης και τα λοιπά χαρακτηριστικά που αποτελούν ουσιώδες μέρος της συναλλαγής.
Η παράδοση προϊόντος διαφορετικής έκδοσης, μικρότερης ποσότητας ή ουσιωδώς διαφορετικών χαρακτηριστικών από εκείνα που συμφωνήθηκαν μπορεί να συνιστά έλλειψη συμμόρφωσης, ακόμη και όταν το παραδοθέν αγαθό ανήκει στην ίδια εμπορική μάρκα ή οικογένεια προϊόντων.
Σε περίπτωση που ο Πελάτης υποστηρίζει ότι το παραδοθέν προϊόν δεν ανταποκρίνεται στη συμφωνία, ο Πωλητής εξετάζει το περιστατικό με βάση τα στοιχεία της παραγγελίας, την εμπορική περιγραφή, την πραγματική κατάσταση του αγαθού και τα λοιπά σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Η επιχείρηση δεν δύναται να αποκλείει γενικά την ευθύνη της επικαλούμενη ότι οι πληροφορίες προήλθαν από προμηθευτή ή ότι η αποστολή πραγματοποιήθηκε από ανεξάρτητο συνεργάτη, όταν η σχετική υποχρέωση βαρύνει τον Πωλητή σύμφωνα με τον νόμο.
Όταν διαπιστώνεται έλλειψη συμμόρφωσης, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα νόμιμα μέσα αποκατάστασης, υπό τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η απλή ύπαρξη εσωτερικής διαδικασίας ελέγχου ή εμπορικής πολιτικής επιστροφών δεν περιορίζει τα υποχρεωτικά δικαιώματα του καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5–8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 για τις απαιτήσεις συμμόρφωσης των αγαθών, άρθρο 10 για την ευθύνη του πωλητή και άρθρα 13–16 για τα μέσα αποκατάστασης, τη μείωση του τιμήματος και τη λύση της σύμβασης.
118. Τραπεζικές προμήθειες, χρεώσεις υπηρεσιών πληρωμών και περιορισμοί μετακύλισης εξόδων στον Πελάτη
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί υπηρεσίες τραπεζών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων αδειοδοτημένων παρόχων για την αποδοχή και διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Οι αντίστοιχοι πάροχοι μπορεί να επιβάλλουν στην επιχείρηση προμήθειες επεξεργασίας πληρωμών, έξοδα εκκαθάρισης ή άλλες συμβατικές χρεώσεις, σύμφωνα με τις πραγματικές υπηρεσίες που παρέχουν.
Η ύπαρξη τέτοιων χρεώσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής δικαιούται να τις μετακυλίει στον καταναλωτή ως πρόσθετη επιβάρυνση για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμής.
Για τα μέσα πληρωμής που καλύπτονται από την απαγόρευση επιβολής πρόσθετων χρεώσεων, η επιχείρηση οφείλει να συμμορφώνεται με τους αντίστοιχους ειδικούς περιορισμούς, ανεξαρτήτως του πραγματικού ύψους της προμήθειας που καταβάλλει στον πάροχό της.
Όπου η επιβολή συγκεκριμένης χρέωσης επιτρέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία, πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με το επιτρεπόμενο ύψος της και την προηγούμενη ενημέρωση του Πελάτη.
Η επιχείρηση δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενικό όρο περί τραπεζικών εξόδων ως βάση για την επιβολή ακαθόριστων ή μη γνωστοποιημένων οικονομικών επιβαρύνσεων μετά τη σύναψη της σύμβασης.
Όταν ο Πελάτης πραγματοποιεί πληρωμή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που εφαρμόζει ανεξάρτητες χρεώσεις για δικές του υπηρεσίες, η κατανομή των σχετικών εξόδων εξετάζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο πλαίσιο υπηρεσιών πληρωμών και τους πραγματικούς όρους της συναλλαγής.
Σε περίπτωση νόμιμης υπαναχώρησης, ο Πωλητής δεν δύναται να παρακρατεί από την οφειλόμενη επιστροφή χρημάτων μη επιτρεπόμενη προμήθεια επιστροφής ή άλλο διοικητικό τέλος.
Η επιχείρηση οφείλει να οργανώνει την εμπορική τιμολόγηση και τη διαδικασία πληρωμών με τρόπο που διακρίνει τις πραγματικές επιχειρηματικές δαπάνες από τις χρεώσεις που επιτρέπεται νόμιμα να επιβληθούν στον Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τις χρεώσεις για τη χρήση μέσων πληρωμής και άρθρο 62 παράγραφοι 3–5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, που περιλαμβάνει ειδική απαγόρευση πρόσθετων χρεώσεων για συγκεκριμένα ρυθμιζόμενα μέσα και υπηρεσίες πληρωμών. Άρθρο 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την επιστροφή χωρίς επιβάρυνση του καταναλωτή λόγω του μέσου επιστροφής.
119. Παράδοση των αγαθών στον Πελάτη και ολοκλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης
Η παράδοση των αγαθών πραγματοποιείται σύμφωνα με τον συμφωνημένο τρόπο, στον προβλεπόμενο τόπο και υπό τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ο Πωλητής οφείλει να εκτελεί τη σύμβαση παραδίδοντας τα αγαθά στον καταναλωτή ή σε πρόσωπο που έχει οριστεί νόμιμα ως παραλήπτης, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η φυσική παράδοση των προϊόντων στον μεταφορέα δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την παράδοσή τους στον καταναλωτή.
Όταν ο μεταφορέας έχει επιλεγεί μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρει ο Πωλητής, ο κίνδυνος απώλειας ή φθοράς των αγαθών μεταβιβάζεται, κατά κανόνα, όταν ο καταναλωτής ή ορισμένο από αυτόν τρίτο πρόσωπο, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτήσει τη φυσική κατοχή τους.
Η πραγματική παράδοση εξετάζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις συνθήκες της συγκεκριμένης αποστολής.
Η ηλεκτρονική ένδειξη ολοκλήρωσης μιας παραγγελίας δεν καταργεί αυτομάτως το δικαίωμα του Πελάτη να αμφισβητήσει την πραγματική παραλαβή των αγαθών.
Μετά την παράδοση εξακολουθούν να εφαρμόζονται τα νόμιμα δικαιώματα που απορρέουν από την υπαναχώρηση, την έλλειψη συμμόρφωσης και τις λοιπές υποχρεωτικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
120. Προσωρινή δέσμευση προβληματικής παρτίδας και αποτροπή περαιτέρω διάθεσης επικίνδυνων προϊόντων
Όταν προκύπτει αξιόπιστη πληροφορία ότι συγκεκριμένη παρτίδα προϊόντων ενδέχεται να παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει την ανάγκη λήψης κατάλληλων μέτρων για τη συγκεκριμένη παρτίδα.
Τα μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την αναστολή νέων πωλήσεων, τη δέσμευση του διαθέσιμου αποθέματος, την αναγνώριση των επηρεαζόμενων προϊόντων και τη συνεργασία με τον κατασκευαστή, τον εισαγωγέα ή τις αρμόδιες αρχές.
Η έκταση των ενεργειών πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά στοιχεία του κινδύνου και τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις του συγκεκριμένου οικονομικού φορέα.
Η ύπαρξη προβλήματος σε συγκεκριμένη παρτίδα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλα τα προϊόντα της ίδιας εμπορικής μάρκας παρουσιάζουν τον ίδιο κίνδυνο.
Αντίστοιχα, η απουσία επιβεβαιωμένου περιστατικού βλάβης δεν δικαιολογεί τη συνέχιση διάθεσης επικίνδυνου αγαθού όταν οι νόμιμες προϋποθέσεις επιβάλλουν συγκεκριμένα μέτρα.
Ο Πωλητής οφείλει να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές και να εκπληρώνει τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις ενημέρωσης, απόσυρσης ή ανάκλησης, σύμφωνα με τον πραγματικό ρόλο του.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9, 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 σχετικά με τις υποχρεώσεις κατασκευαστών, εισαγωγέων και διανομέων.
121. Επιλογή τρόπου πληρωμής και γνωστοποίηση των διαθέσιμων οικονομικών διαδικασιών
Ο Πελάτης δύναται να επιλέγει τον τρόπο πληρωμής της παραγγελίας του μεταξύ των πραγματικά διαθέσιμων μεθόδων που προσφέρονται από το ηλεκτρονικό κατάστημα για τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Οι διαθέσιμες επιλογές μπορεί να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, πληρωμή με κάρτα, τραπεζική μεταφορά ή άλλες νόμιμες υπηρεσίες πληρωμών, σύμφωνα με την πραγματική τεχνική και εμπορική λειτουργία του καταστήματος.
Ο Πωλητής οφείλει να ενημερώνει τον Πελάτη για τους αποδεκτούς τρόπους πληρωμής και για τις ουσιώδεις προϋποθέσεις ολοκλήρωσης της αντίστοιχης οικονομικής συναλλαγής πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας.
Όταν η επιλεγμένη μέθοδος πληρωμής απαιτεί πρόσθετη διαδικασία ταυτοποίησης, επιβεβαίωσης ή εξουσιοδότησης από ανεξάρτητο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, η συναλλαγή ολοκληρώνεται σύμφωνα με τους αντίστοιχους νόμιμους και τεχνικούς κανόνες.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει αυθαίρετες πρόσθετες χρεώσεις για τη χρήση συγκεκριμένης μεθόδου πληρωμής κατά παράβαση των ειδικών περιορισμών που εφαρμόζονται στο αντίστοιχο μέσο.
Η δυνατότητα εφαρμογής διαφορετικών μεθόδων πληρωμής σε συγκεκριμένες συναλλαγές πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που απαγορεύουν συγκεκριμένες μορφές αδικαιολόγητης διάκρισης μεταξύ αγοραστών.
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα να εξετάζει την πραγματική ολοκλήρωση ή επιβεβαίωση της πληρωμής πριν από την εκτέλεση της παραγγελίας, όταν αυτό προβλέπεται από τη συμφωνία και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 8 παράγραφος 3 και άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την ενημέρωση για τους αποδεκτούς τρόπους πληρωμής και τις σχετικές χρεώσεις· άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/302 σχετικά με την απαγόρευση συγκεκριμένων διακρίσεων στις πληρωμές· άρθρο 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη.
122. Συμβατικές εγγυήσεις προμηθευτών για τη νομιμότητα προϊόντων και τα δικαιώματα τρίτων
Στις εμπορικές συμφωνίες με προμηθευτές, ο Πωλητής δύναται να επιδιώκει τη λήψη συγκεκριμένων δηλώσεων και συμβατικών εγγυήσεων σχετικά με τη γνησιότητα των προϊόντων, τη νόμιμη προέλευσή τους και τα δικαιώματα χρήσης του εμπορικού υλικού που παραχωρείται.
Οι σχετικές συμφωνίες μπορούν να καθορίζουν τις υποχρεώσεις του προμηθευτή όσον αφορά την παροχή ακριβών πληροφοριών προϊόντων, τη διάθεση των απαιτούμενων στοιχείων ασφάλειας και την ενημέρωση για τυχόν περιστατικά μη συμμόρφωσης.
Ο Πωλητής δύναται να συμφωνεί νόμιμες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διεκδίκησης αποκατάστασης πραγματικής ζημίας, όπου συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Η ύπαρξη συμβατικής εγγύησης προμηθευτή δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από ανεξάρτητες υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον ίδιο έναντι των καταναλωτών ή των αρμόδιων αρχών.
Οι υποχρεώσεις του προμηθευτή και τα νόμιμα δικαιώματα του Πωλητή έναντί του πρέπει να διακρίνονται από τη συμβατική σχέση με τον τελικό αγοραστή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με το δικαίωμα αναγωγής του πωλητή και άρθρα 9–12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 σχετικά με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις οικονομικών φορέων.
123. Εκπτώσεις ποσότητας και εμπορική παρουσίαση πολλαπλών συσκευασιών
Ο Πωλητής δύναται να εφαρμόζει διαφορετικές τιμές ανάλογα με την ποσότητα των προϊόντων που επιλέγει ο Πελάτης, εφόσον η σχετική εμπορική παρουσίαση επιτρέπεται για τη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών.
Οι εκπτώσεις ποσότητας μπορούν να αφορούν μεμονωμένα προϊόντα, πολλαπλές συσκευασίες, εμπορικά κουτιά ή άλλες νόμιμες μονάδες πώλησης, με την προϋπόθεση ότι ο Πελάτης μπορεί να αναγνωρίζει την πραγματική ποσότητα και το συνολικό τίμημα της συγκεκριμένης επιλογής.
Όταν ένα προϊόν διατίθεται σε περισσότερες συσκευασίες με διαφορετικό αριθμό τεμαχίων, η τιμή πρέπει να συνδέεται με σαφήνεια με τη συγκεκριμένη εμπορική μονάδα και να μην δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση σχετικά με το περιεχόμενο της συσκευασίας.
Η επιχείρηση δύναται να παρουσιάζει τη συγκριτική οικονομική διαφορά μεταξύ επιμέρους επιλογών, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί υπολογισμοί ανταποκρίνονται στις πραγματικές τιμές και ποσότητες.
Η εφαρμογή έκπτωσης ποσότητας δεν παρέχει στον Πωλητή δικαίωμα να παραδίδει μικρότερη ποσότητα ή διαφορετικά προϊόντα από εκείνα που συμφωνήθηκαν.
Εφόσον η παραγγελία περιλαμβάνει περισσότερες μονάδες του ίδιου αγαθού, ο Πωλητής οφείλει να εκτελεί τη σύμβαση σύμφωνα με την πραγματική ποσότητα που συμφωνήθηκε, με την επιφύλαξη τυχόν νόμιμης μεταγενέστερης τροποποίησης της συναλλαγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3 και 4 της Οδηγίας 98/6/ΕΚ σχετικά με την αναγραφή των τιμών· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με την ποσότητα και τα συμφωνημένα χαρακτηριστικά των αγαθών.
124. Αδυναμία εκτελωνισμού λόγω παράλειψης στοιχείων του επαγγελματία αγοραστή
Σε διεθνείς επαγγελματικές συναλλαγές B2B, ο Πωλητής και ο αγοραστής δύνανται να καθορίζουν με ειδική συμφωνία τις υποχρεώσεις παροχής εγγράφων, φορολογικών πληροφοριών και λοιπών στοιχείων που απαιτούνται για τον νόμιμο εκτελωνισμό των αγαθών.
Εφόσον η υποχρέωση προσκόμισης συγκεκριμένων στοιχείων βαρύνει νόμιμα και συμβατικά τον αγοραστή, οι συνέπειες της μη εκπλήρωσής της εξετάζονται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη συμφωνία και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Ο Πωλητής δύναται να ζητεί την παροχή των αναγκαίων εγγράφων πριν από την πραγματοποίηση της αποστολής, όταν αυτά απαιτούνται για τη νόμιμη εκτέλεση της συναλλαγής.
Η παράλειψη του αγοραστή δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από ανεξάρτητες υποχρεώσεις που βαρύνουν τον ίδιο βάσει της τελωνειακής ή άλλης εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Οποιαδήποτε αξίωση για πρόσθετα έξοδα ή πραγματική ζημία πρέπει να στηρίζεται στις συγκεκριμένες συμβατικές υποχρεώσεις και στα πραγματικά περιστατικά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 15 και 77 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013, σε συνδυασμό με το εφαρμοστέο συμβατικό δίκαιο της επαγγελματικής συναλλαγής.
125. Διατήρηση των υποχρεωτικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων
Καμία διάταξη των παρόντων Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό ή στον περιορισμό δικαιώματος που παρέχεται υποχρεωτικά στον Πελάτη από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Οι συμβατικές προβλέψεις που αφορούν τις παραγγελίες, τις πληρωμές, την παράδοση, την υπαναχώρηση, τη νόμιμη ευθύνη του Πωλητή, τη συμμόρφωση των αγαθών και την επίλυση διαφορών εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των υποχρεωτικών κανόνων που διέπουν τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η αποδοχή των παρόντων όρων δεν συνιστά παραίτηση από δικαιώματα που δεν μπορούν να αποκλειστούν με ιδιωτική συμφωνία ούτε απαλλάσσει τον Πωλητή από υποχρεώσεις που επιβάλλονται από αναγκαστικές διατάξεις.
Σε διασυνοριακές καταναλωτικές συναλλαγές, η τυχόν επιλογή συγκεκριμένου εφαρμοστέου δικαίου δεν στερεί από τον καταναλωτή την προστασία των αναγκαστικών διατάξεων που θα εφαρμόζονταν σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Ο Πωλητής διατηρεί αντίστοιχα τα νόμιμα δικαιώματά του για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων απαιτήσεων, κακόβουλων ενεργειών και παραβιάσεων συμβατικών υποχρεώσεων, χωρίς να δημιουργείται γενικό τεκμήριο ευθύνης ή απαλλαγής οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, άρθρο 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και άρθρο 6 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι), σχετικά με την υποχρεωτική προστασία του καταναλωτή σε διασυνοριακές συμβάσεις.
126. Τελωνειακή κατάταξη, περιγραφή εμπορευμάτων και ορθή τεκμηρίωση αποστολής
Τα προϊόντα που αποστέλλονται στο πλαίσιο διεθνών εμπορικών συναλλαγών πρέπει να περιγράφονται στα σχετικά εμπορικά και τελωνειακά έγγραφα σύμφωνα με την πραγματική τους φύση, τα χαρακτηριστικά τους και τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη αποστολή.
Ο Πωλητής ή ο αρμόδιος οικονομικός φορέας μεριμνά, στο πλαίσιο των νόμιμων υποχρεώσεών του, για την ορθή τελωνειακή κατάταξη των αγαθών και την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται για τη νόμιμη εξαγωγή ή εισαγωγή τους.
Η εμπορική ονομασία που χρησιμοποιείται στον ηλεκτρονικό κατάλογο δεν υποκαθιστά αναγκαστικά την απαιτούμενη τελωνειακή περιγραφή ή την επίσημη δασμολογική κατάταξη του συγκεκριμένου προϊόντος.
Η επιχείρηση δεν δύναται να χρησιμοποιεί ανακριβή περιγραφή, εσφαλμένη ποσότητα, παραπλανητική δηλωθείσα αξία ή άλλη αναληθή πληροφορία με σκοπό την αποφυγή τελωνειακών υποχρεώσεων ή ειδικών περιορισμών εισαγωγής.
Όταν η αποστολή πραγματοποιείται από τρίτο προμηθευτή ή συνεργάτη, οι πραγματικές υποχρεώσεις κάθε εμπλεκόμενου οικονομικού φορέα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τη σύμβαση και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εφόσον διαπιστωθεί σφάλμα σε τελωνειακή πληροφορία ή συνοδευτικό έγγραφο, η επιχείρηση εξετάζει τις προβλεπόμενες διαδικασίες διόρθωσης και τις συνέπειες που μπορεί να προκύπτουν για την αντίστοιχη συναλλαγή.
Νομοθετική βάση: Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013, ιδίως άρθρα 15 και 162, σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται στις τελωνειακές αρχές και τα στοιχεία της τελωνειακής διασάφησης.
127. Άνοιγμα εξωτερικής συσκευασίας και διάκριση από την ουσιαστική χρήση προϊόντος
Το άνοιγμα της εξωτερικής συσκευασίας ενός προϊόντος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο καταναλωτής χάνει το νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης.
Η δυνατότητα εξέτασης του αγαθού πρέπει να αξιολογείται σύμφωνα με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τον συνήθη τρόπο με τον οποίο ο καταναλωτής θα μπορούσε να εξετάσει αντίστοιχο προϊόν πριν από την αγορά του.
Ο Πωλητής μπορεί να διακρίνει την απλή αποσφράγιση εξωτερικού περιβλήματος από την πραγματική κατανάλωση, τη χρήση ή την αλλοίωση του περιεχόμενου αγαθού, όταν η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης για την εφαρμογή των νόμιμων διατάξεων.
Η ύπαρξη προστατευτικής συσκευασίας, εμπορικού περιβλήματος ή άλλου υλικού συσκευασίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το συγκεκριμένο προϊόν εμπίπτει στις ειδικές εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης.
Όταν η αποσφράγιση συγκεκριμένου αγαθού μπορεί να επηρεάζει τη δυνατότητα επιστροφής του για πραγματικούς λόγους προστασίας της υγείας ή υγιεινής, η εφαρμογή της σχετικής εξαίρεσης εξετάζεται χωριστά, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενική δήλωση περί απαγόρευσης επιστροφής ανοιγμένων συσκευασιών για να αποκλείει δικαιώματα υπαναχώρησης που αναγνωρίζονται υποχρεωτικά στον καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 9, 14 παράγραφος 2 και 16 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
128. Αυτοματοποιημένος καθορισμός τιμών, εμπορικοί αλγόριθμοι και έλεγχος οικονομικών δεδομένων
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί πληροφοριακά συστήματα, αυτοματοποιημένους αλγορίθμους και άλλες τεχνικές διαδικασίες για τον υπολογισμό, την παρακολούθηση και την αναπροσαρμογή των εμπορικών τιμών των προϊόντων που διαθέτει μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να λαμβάνουν υπόψη αντικειμενικές εμπορικές παραμέτρους, όπως το πραγματικό κόστος προμήθειας, τις φορολογικές επιβαρύνσεις, το κόστος μεταφοράς, τη διαθέσιμη ποσότητα, τις μεταβολές των τιμοκαταλόγων προμηθευτών και άλλους νόμιμους παράγοντες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
Η χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος τιμολόγησης δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση ορθής παρουσίασης των τιμών, τήρησης των συμφωνημένων συμβατικών όρων και αποφυγής παραπλανητικών εμπορικών πρακτικών.
Η επιχείρηση οργανώνει κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από τους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος δημοσίευσης ανακριβών τιμών λόγω εσφαλμένων πληροφοριών προμηθευτή, λανθασμένης αντιστοίχισης προϊόντων, τεχνικής δυσλειτουργίας ή άλλου αντικειμενικού σφάλματος.
Όταν ένα προϊόν διατίθεται σε περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα, η χρήση κοινού κεντρικού συστήματος τιμολόγησης μπορεί να συνδυάζεται με διαφορετικές εμπορικές πολιτικές ανά κατάστημα, εφόσον οι αντίστοιχες πρακτικές είναι νόμιμες και δεν παραβιάζουν τις εφαρμοστέες διατάξεις περί ανταγωνισμού και εμπορικών διακρίσεων.
Ο αυτοματοποιημένος υπολογισμός νέας τιμής δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα μεταβολής της τιμής ήδη συναφθείσας σύμβασης. Οι νέες τιμές εφαρμόζονται στις μελλοντικές συναλλαγές σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία σύναψής τους.
Εφόσον ο αυτοματοποιημένος μηχανισμός χρησιμοποιεί προσωπικά δεδομένα ή προφίλ συγκεκριμένων Πελατών για τη διαμόρφωση εξατομικευμένων τιμών, εφαρμόζονται επιπλέον οι σχετικές απαιτήσεις διαφάνειας και προστασίας δεδομένων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ σχετικά με την αποφυγή παραπλανητικών εμπορικών πρακτικών· άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία ε΄ και εα΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τη συνολική τιμή και την ενημέρωση για εξατομικευμένη τιμολόγηση βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων.
129. Έλεγχος της κατάστασης του επιστρεφόμενου προϊόντος και ευθύνη για αποδεδειγμένη μείωση της αξίας του
Όταν ο καταναλωτής επιστρέφει αγαθό στο πλαίσιο νόμιμης υπαναχώρησης, ο Πωλητής δύναται να εξετάζει την πραγματική κατάσταση του προϊόντος και να διαπιστώνει εάν έχει πραγματοποιηθεί χειρισμός πέραν εκείνου που είναι αναγκαίος για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας του.
Η εξέταση πρέπει να πραγματοποιείται με βάση τα πραγματικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου αγαθού και τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη νόμιμη υπαναχώρηση.
Ο καταναλωτής δεν ευθύνεται αυτομάτως για οποιαδήποτε μεταβολή της εξωτερικής συσκευασίας ούτε υποχρεούται γενικά να επιστρέφει κάθε προϊόν σε κατάσταση απολύτως ανέπαφης συσκευασίας, ανεξαρτήτως της φύσης του αγαθού και των εφαρμοστέων διατάξεων.
Όταν διαπιστώνεται χειρισμός πέραν εκείνου που είναι αναγκαίος για τη συνήθη εξέταση του προϊόντος, μπορεί να προκύπτει ευθύνη του καταναλωτή για την αντίστοιχη μείωση της αξίας, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει την πραγματική αιτία και την έκταση της μείωσης της αξίας και να αποφεύγει την επιβολή αυθαίρετων ή προκαθορισμένων παρακρατήσεων που δεν συνδέονται με πραγματική ζημία.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι οποιαδήποτε δοκιμή ή απλός έλεγχος ενός προϊόντος συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια ολόκληρου του δικαιώματος υπαναχώρησης.
Η εφαρμογή ειδικής εξαίρεσης για σφραγισμένα προϊόντα που δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή για λόγους υγείας ή υγιεινής απαιτεί χωριστή εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 16 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι όλα τα τσιγαρόχαρτα, τα φίλτρα, τα χάρτινα επιστόμια και τα λοιπά συναφή προϊόντα εξαιρούνται αυτομάτως από το δικαίωμα υπαναχώρησης αποκλειστικά λόγω της γενικής εμπορικής κατηγορίας στην οποία ανήκουν.
Επιπλέον, όταν ο Πωλητής έχει παραλείψει να παράσχει την απαιτούμενη ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται οι ειδικές συνέπειες που προβλέπονται ως προς την ευθύνη του καταναλωτή για μείωση της αξίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 14 παράγραφος 2 και άρθρο 16 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης για σφραγισμένα αγαθά αναλύονται επίσης στην ερμηνευτική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
130. Παραγγελίες με περισσότερα αγαθά, χωριστές παραδόσεις και υπολογισμός της προθεσμίας υπαναχώρησης
Όταν ο καταναλωτής παραγγέλλει περισσότερα αγαθά στο πλαίσιο μίας σύμβασης και τα αγαθά αυτά παραδίδονται χωριστά, η προθεσμία υπαναχώρησης υπολογίζεται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη μορφή παράδοσης.
Εφόσον πρόκειται για περισσότερα αγαθά που έχουν παραγγελθεί με μία παραγγελία και παραδίδονται χωριστά, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ορισμένο από αυτόν τρίτο πρόσωπο, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού.
Όταν η παράδοση συγκεκριμένου αγαθού πραγματοποιείται σε περισσότερες παρτίδες ή τεμάχια, εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι κανόνες σχετικά με την παραλαβή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου.
Ο Πωλητής δεν δύναται να εφαρμόζει γενικό υπολογισμό από την ημερομηνία της πρώτης αποστολής όταν η εφαρμοστέα νομοθεσία προβλέπει ως αφετηρία την παραλαβή του τελευταίου αγαθού.
Η επιχείρηση δύναται να διατηρεί τα αναγκαία στοιχεία των επιμέρους παραδόσεων για την ορθή εξακρίβωση του χρόνου έναρξης της προθεσμίας.
Η τμηματική παράδοση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται με σκοπό τον τεχνητό περιορισμό των δικαιωμάτων του καταναλωτή.
Εφόσον τα αγαθά αποκτήθηκαν στο πλαίσιο χωριστών συμβάσεων, η εφαρμογή των σχετικών προθεσμιών εξετάζεται με βάση το πραγματικό περιεχόμενο κάθε σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
131. Διακοπή διάθεσης προϊόντος και μεταβολή του εμπορικού καταλόγου
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα να τροποποιεί τον ηλεκτρονικό κατάλογο, να προσθέτει νέες κατηγορίες αγαθών, να διακόπτει τη μελλοντική διάθεση συγκεκριμένων προϊόντων ή να αναστέλλει προσωρινά τη δυνατότητα υποβολής νέων παραγγελιών, όταν αυτό απαιτείται από πραγματικούς εμπορικούς, τεχνικούς, οργανωτικούς ή νόμιμους λόγους.
Η διακοπή διάθεσης μπορεί να συνδέεται, ενδεικτικά, με εξάντληση αποθεμάτων, διακοπή παραγωγής, λήξη εμπορικής συνεργασίας, μεταβολή του κανονιστικού πλαισίου, ανάκληση προϊόντος ή τεκμηριωμένο πρόβλημα σχετικά με την ασφάλεια ή τη νομιμότητα της εμπορίας του.
Η απόφαση να μη διατίθεται πλέον ένα προϊόν για μελλοντικές αγορές δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από υποχρεώσεις που έχει ήδη αναλάβει με δεσμευτική σύμβαση πώλησης.
Εφόσον υφίσταται εκκρεμής παραγγελία για προϊόν του οποίου η διάθεση διακόπτεται, η επιχείρηση εξετάζει τη συγκεκριμένη συναλλαγή με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τις εφαρμοστέες νόμιμες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του αγοραστή.
Ο Πωλητής μπορεί να προτείνει στον Πελάτη εναλλακτικό προϊόν, διαφορετική έκδοση ή τροποποίηση της παραγγελίας. Η αποδοχή της πρότασης πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την τροποποίηση της συγκεκριμένης σύμβασης και δεν τεκμαίρεται απλώς από την αδυναμία διάθεσης του αρχικά παραγγελθέντος αγαθού.
Εάν η παραγγελία δεν μπορεί να εκτελεστεί νόμιμα ή σύμφωνα με τη σύμβαση, εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής των ποσών που οφείλονται στον Πελάτη, όπου συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, άρθρα 5–7 και 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, καθώς και άρθρα 5 και 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, στον βαθμό που η διακοπή διάθεσης συνδέεται με υποχρεώσεις ασφάλειας προϊόντων.
132. Συνδυαστική εφαρμογή προσφορών και διαφορετικών εμπορικών παροχών
Ο Πωλητής δύναται να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους διαφορετικές νόμιμες εμπορικές προσφορές, εκπτώσεις ποσότητας, κουπόνια ή προγράμματα επιβράβευσης μπορούν να εφαρμόζονται συνδυαστικά στην ίδια συναλλαγή.
Η δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών προωθητικών ενεργειών πρέπει να προσδιορίζεται με τρόπο που επιτρέπει στον Πελάτη να γνωρίζει πριν από την ολοκλήρωση της αγοράς εάν μπορεί να αξιοποιήσει περισσότερες από μία εμπορικές παροχές.
Όταν συγκεκριμένη προσφορά δεν μπορεί να συνδυαστεί με άλλη, ο σχετικός περιορισμός πρέπει να γνωστοποιείται κατάλληλα και να μην εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά την ανάληψη δεσμευτικής υποχρέωσης πληρωμής.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένους μηχανισμούς υπολογισμού των εφαρμοζόμενων εκπτώσεων, με την προϋπόθεση ότι το τελικό αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στους συμφωνημένους όρους και δεν δημιουργεί παραπλανητική εικόνα για το συνολικό ποσό της παραγγελίας.
Σε περίπτωση που περισσότερες εκπτώσεις εφαρμόζονται διαδοχικά, ο Πωλητής μεριμνά ώστε ο τρόπος υπολογισμού τους να ανταποκρίνεται στους όρους της προσφοράς και να μην παρουσιάζεται ανακριβώς το συνολικό οικονομικό όφελος.
Τυχόν τεχνικό σφάλμα στον συνδυασμό διαφορετικών προωθητικών ενεργειών εξετάζεται σύμφωνα με το πραγματικό στάδιο της συναλλαγής και τις εφαρμοστέες συμβατικές διατάξεις.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί τους όρους συνδυασμού προσφορών ως γενική βάση για την επιβολή πρόσθετων μη γνωστοποιημένων χρεώσεων ή τη μονομερή μεταβολή ήδη συμφωνημένου τιμήματος.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ και άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την ενημέρωση για τους ουσιώδεις οικονομικούς όρους της εξ αποστάσεως συναλλαγής.
133. Μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας ή φθοράς των αγαθών
Ο κίνδυνος απώλειας ή φθοράς των αγαθών που αποστέλλονται στον καταναλωτή μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη σύμβαση.
Όταν ο Πωλητής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή μέσω μεταφορέα που περιλαμβάνεται στις προσφερόμενες επιλογές παράδοσης, ο κίνδυνος μεταβιβάζεται, κατά κανόνα, όταν ο καταναλωτής ή τρίτο πρόσωπο που έχει οριστεί από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών.
Η παράδοση του δέματος από τον Πωλητή στην εταιρεία μεταφοράς δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεταβίβαση του κινδύνου στον καταναλωτή.
Εάν ο καταναλωτής έχει αναθέσει αυτοτελώς τη μεταφορά σε μεταφορέα ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στις επιλογές που προσέφερε ο Πωλητής, ο κίνδυνος μπορεί να μεταβιβάζεται με την παράδοση των αγαθών στον συγκεκριμένο μεταφορέα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Η μεταβίβαση του κινδύνου απώλειας ή φθοράς δεν καταργεί τα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί γενική συμβατική ρήτρα για να μεταφέρει στον καταναλωτή τον κίνδυνο σε προγενέστερο στάδιο από εκείνο που επιτρέπεται από το εφαρμοστέο δίκαιο.
Για πραγματικές επαγγελματικές συναλλαγές B2B μπορούν να εφαρμόζονται διαφορετικές νόμιμες συμβατικές ρυθμίσεις, οι οποίες πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη εμπορική σχέση.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
134. Πληρωμή μέσω τραπεζικής μεταφοράς και εξακρίβωση της πραγματικής καταβολής
Όταν το ηλεκτρονικό κατάστημα προσφέρει τη δυνατότητα εξόφλησης της παραγγελίας μέσω τραπεζικής μεταφοράς, ο Πελάτης ενημερώνεται για τα αναγκαία στοιχεία καταβολής, το πληρωτέο ποσό και τις ουσιώδεις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη συγκεκριμένη μέθοδο πληρωμής.
Η επιχείρηση δύναται να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού και κατάλληλο αναγνωριστικό παραγγελίας, ώστε να είναι δυνατή η ορθή αντιστοίχιση της μεταφοράς με την αντίστοιχη εμπορική συναλλαγή.
Ο Πελάτης οφείλει να χρησιμοποιεί τα στοιχεία πληρωμής που του έχουν γνωστοποιηθεί νόμιμα από τον Πωλητή και να καταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη συμφωνημένη συναλλαγή.
Η αποστολή εντολής τραπεζικής μεταφοράς δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την οριστική πίστωση του ποσού στον λογαριασμό του Πωλητή. Η πραγματική κατάσταση της πληρωμής εξετάζεται με βάση τα διαθέσιμα τραπεζικά στοιχεία και τους εφαρμοστέους κανόνες εκτέλεσης της αντίστοιχης υπηρεσίας.
Ο Πωλητής δύναται, όταν αυτό έχει συμφωνηθεί νόμιμα, να προχωρά στην εκτέλεση της παραγγελίας μετά την κατάλληλη επιβεβαίωση της καταβολής. Η διαδικασία αυτή δεν επιτρέπει την αυθαίρετη παράταση των συμφωνημένων προθεσμιών ή την επιβολή πρόσθετων χρεώσεων που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση ή τον νόμο.
Εάν ο Πελάτης καταβάλει λανθασμένο ποσό ή χρησιμοποιήσει ανακριβές αναγνωριστικό πληρωμής, η επιχείρηση εξετάζει τα πραγματικά στοιχεία της συναλλαγής και συνεργάζεται μαζί του για την ορθή ταυτοποίηση της πληρωμής.
Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία, η επιχείρηση αντιμετωπίζει την επιστροφή του σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και την πραγματική αιτία της καταβολής.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 64 και 87 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, σχετικά με την εξουσιοδότηση συναλλαγών πληρωμής και τη διαθεσιμότητα των χρηματικών ποσών στον δικαιούχο. Άρθρα 6 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση και τη συμβατική υποχρέωση παράδοσης.
135. Φιλική διευθέτηση και εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών
Σε περίπτωση διαφωνίας που απορρέει από συγκεκριμένη συναλλαγή, ο Πωλητής και ο Πελάτης μπορούν να επιδιώκουν τη φιλική διευθέτηση του ζητήματος μέσω άμεσης επικοινωνίας και ανταλλαγής των αναγκαίων πληροφοριών.
Η προσπάθεια φιλικής διευθέτησης μπορεί να αφορά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, την αποκατάσταση συγκεκριμένης πλημμέλειας ή την εξέταση νόμιμης λύσης που ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση.
Ο καταναλωτής διατηρεί τη δυνατότητα να απευθύνεται στους αρμόδιους φορείς εναλλακτικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις προϋποθέσεις αρμοδιότητας του αντίστοιχου φορέα.
Η ύπαρξη εσωτερικής διαδικασίας παραπόνων δεν επιτρέπει στον Πωλητή να αποκλείει αυθαίρετα την πρόσβαση του καταναλωτή σε νόμιμους μηχανισμούς προστασίας.
Όπου προβλέπεται υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με συγκεκριμένο φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, η επιχείρηση οφείλει να παρέχει τις αντίστοιχες πληροφορίες με ακρίβεια.
Η χρήση μηχανισμού φιλικής ή εξωδικαστικής επίλυσης δεν καταργεί αυτομάτως το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
Νομοθετική βάση: Οδηγία 2013/11/ΕΕ για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και οι αντίστοιχες εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις.
Η παλαιά ευρωπαϊκή πλατφόρμα ODR έχει καταργηθεί από τις 20 Ιουλίου 2025 και δεν πρέπει να παρουσιάζεται πλέον ως ενεργός μηχανισμός υποβολής καταγγελιών.
136. Επισκευή μη συμμορφούμενου προϊόντος και υποχρέωση αποτελεσματικής αποκατάστασης
Όταν συγκεκριμένο αγαθό παρουσιάζει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής μπορεί να διαθέτει δικαίωμα αποκατάστασης μέσω επισκευής, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Η δυνατότητα επισκευής εξετάζεται με βάση τη φύση του προϊόντος, τη σοβαρότητα της έλλειψης συμμόρφωσης, την πραγματική δυνατότητα αποκατάστασης και τη σχέση του συγκεκριμένου μέσου με τις διαθέσιμες νόμιμες εναλλακτικές λύσεις.
Η επισκευή πρέπει να πραγματοποιείται δωρεάν για τον καταναλωτή, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
Για αγαθά των οποίων η φύση δεν επιτρέπει πρακτικά την επισκευή, εξετάζονται τα λοιπά νόμιμα μέσα αποκατάστασης.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει την επισκευή ως αποκλειστική λύση σε κάθε περίπτωση, όταν ο καταναλωτής διαθέτει διαφορετικό νόμιμο μέσο αποκατάστασης σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις.
Η αποκατάσταση πραγματοποιείται χωρίς να περιορίζονται τα δικαιώματα που προβλέπονται σε περίπτωση επανεμφάνισης ή μη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της έλλειψης συμμόρφωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 και 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
137. Εξέταση παραπόνων και υποχρέωση κατάλληλης απάντησης στον Πελάτη
Ο Πωλητής μεριμνά για την εξέταση των παραπόνων που υποβάλλονται μέσω των διαθέσιμων μέσων επικοινωνίας και την παροχή κατάλληλης απάντησης σχετικά με την πραγματική κατάσταση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η εξέταση πραγματοποιείται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της παραγγελίας, τις πληροφορίες πληρωμής και παράδοσης, την πραγματική κατάσταση των αγαθών και τις λοιπές περιστάσεις που σχετίζονται με το συγκεκριμένο αίτημα.
Η επιχείρηση δύναται να ζητεί πρόσθετες διευκρινίσεις όταν αυτές είναι αναγκαίες για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Η διαδικασία εξέτασης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκπλήρωσης υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Εάν το παράπονο αφορά νόμιμη υπαναχώρηση, επιστροφή χρημάτων ή αποκατάσταση έλλειψης συμμόρφωσης, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες προθεσμίες και ουσιαστικές υποχρεώσεις.
Ο Πωλητής διατηρεί το δικαίωμα να απορρίπτει συγκεκριμένο αίτημα όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες ή συμβατικές προϋποθέσεις του, με βάση τα πραγματικά στοιχεία και χωρίς να χαρακτηρίζει αυτομάτως τον Πελάτη ως κακόπιστο.
Η υποβολή παραπόνου δεν μπορεί να συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος άσκησης άλλης νόμιμης αξίωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13–16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 και άρθρα 13–14 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, ανάλογα με τη φύση του συγκεκριμένου αιτήματος.
138. Γλώσσα συναλλαγής και πολυγλωσσική παρουσίαση του ηλεκτρονικού καταστήματος
Το ηλεκτρονικό κατάστημα δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του, να παρουσιάζει τα προϊόντα του και να διαθέτει τις σχετικές πληροφορίες σε περισσότερες από μία γλώσσες, με σκοπό τη διευκόλυνση της πρόσβασης και της πραγματοποίησης συναλλαγών από πελάτες διαφορετικών χωρών.
Η διαθεσιμότητα συγκεκριμένης γλωσσικής έκδοσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το κατάστημα αναλαμβάνει υποχρέωση αποστολής κάθε προϊόντος σε όλες τις χώρες όπου χρησιμοποιείται η αντίστοιχη γλώσσα. Οι πραγματικά διαθέσιμες περιοχές παράδοσης, οι περιορισμοί ανά κατηγορία προϊόντος και οι λοιποί ουσιώδεις όροι της συναλλαγής πρέπει να γνωστοποιούνται κατάλληλα στον Πελάτη πριν από την ολοκλήρωση της παραγγελίας του.
Οι πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, την ταυτότητα του Πωλητή, τις τιμές, τις πληρωμές, την παράδοση, τα δικαιώματα υπαναχώρησης και τις λοιπές ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να παρέχονται με σαφή και κατανοητό τρόπο, σύμφωνα με τις γλωσσικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή και χώρα διάθεσης.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε η χρήση διαφορετικής γλώσσας να μην οδηγεί σε παραπλανητική παρουσίαση του προϊόντος, απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών ή δημιουργία αντιφατικών συμβατικών υποχρεώσεων.
Η επιλογή γλωσσικής έκδοσης από τον Πελάτη δεν συνιστά παραίτηση από τα δικαιώματα που του παρέχει η εφαρμοστέα νομοθεσία ούτε συνεπάγεται αυτομάτως επιλογή του δικαίου συγκεκριμένης χώρας.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση και τις απαιτήσεις των εξ αποστάσεως συμβάσεων· άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τη σαφή και κατανοητή διατύπωση των συμβατικών όρων.
139. Διατήρηση του ιστορικού παραγγελιών και τεκμηρίωση των συμβατικών υποχρεώσεων
Ο Πωλητής οργανώνει την κατάλληλη διατήρηση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την τεκμηρίωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την εκπλήρωση των συμβατικών και φορολογικών υποχρεώσεών του και την αντιμετώπιση πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με συγκεκριμένες παραγγελίες.
Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τον αριθμό παραγγελίας, την ημερομηνία υποβολής, τα συμφωνημένα προϊόντα και τις ποσότητες, το συνολικό τίμημα, την κατάσταση πληρωμής, τα στοιχεία αποστολής, τα νόμιμα παραστατικά και τις σχετικές επικοινωνίες που είναι αναγκαίες για την τεκμηρίωση της συναλλαγής.
Η επιχείρηση δύναται να διατηρεί την έκδοση των συμβατικών όρων που γνωστοποιήθηκαν στον Πελάτη κατά τη σύναψη της σύμβασης και τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την απόδειξη της πραγματικής συμφωνίας των μερών.
Όταν ο Πελάτης διαθέτει ηλεκτρονικό λογαριασμό, το κατάστημα μπορεί να παρέχει δυνατότητα πρόσβασης στο ιστορικό παραγγελιών του, σύμφωνα με τις πραγματικές τεχνικές δυνατότητες και τις απαιτήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η διατήρηση του ιστορικού στον λογαριασμό του Πελάτη δεν υποκαθιστά αυτομάτως την υποχρέωση παροχής επιβεβαίωσης της σύμβασης σε σταθερό μέσο, όταν αυτή απαιτείται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η επιχείρηση οφείλει να εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προστασίας των δεδομένων των συναλλαγών, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, απώλειας, αλλοίωσης ή παράνομης επεξεργασίας.
Η διάρκεια διατήρησης των σχετικών πληροφοριών καθορίζεται σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες εκπλήρωσης των συμβατικών και νόμιμων υποχρεώσεων, τις εφαρμοστέες φορολογικές απαιτήσεις και τις αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η γενική αποδοχή των Όρων και Προϋποθέσεων αποτελεί αυτομάτως νόμιμη βάση για την απεριόριστη διατήρηση κάθε στοιχείου που συνδέεται με την εμπορική δραστηριότητα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 8 παράγραφος 7 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την επιβεβαίωση της εξ αποστάσεως σύμβασης σε σταθερό μέσο· άρθρα 5, 6, 13 και 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τη νόμιμη επεξεργασία, την ενημέρωση, τον περιορισμό της περιόδου αποθήκευσης και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων.
140. Πρόσθετη προθεσμία παράδοσης και δικαίωμα λύσης της σύμβασης
Όταν ο Πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παραδώσει τα αγαθά εντός του συμφωνημένου χρόνου ή της νόμιμης προθεσμίας που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη σύμβαση, ο καταναλωτής μπορεί, κατά κανόνα, να τον καλέσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός πρόσθετης προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων.
Η πρόσθετη προθεσμία πρέπει να αξιολογείται με βάση το είδος του προϊόντος, την πραγματική αιτία της καθυστέρησης, τις συνθήκες της συγκεκριμένης συναλλαγής και τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις.
Εφόσον ο Πωλητής δεν πραγματοποιήσει την παράδοση ούτε εντός της πρόσθετης προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες του άρθρου 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Δεν απαιτείται σε κάθε περίπτωση η χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας. Εάν ο Πωλητής έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά, εάν η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας ήταν ουσιώδης σύμφωνα με τις περιστάσεις σύναψης της σύμβασης ή εάν ο καταναλωτής είχε γνωστοποιήσει πριν από τη σύναψη ότι η παράδοση έως συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν ουσιώδης, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες ειδικές προβλέψεις.
Σε περίπτωση νόμιμης λύσης της σύμβασης λόγω μη παράδοσης, ο Πωλητής επιστρέφει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όλα τα χρήματα που καταβλήθηκαν βάσει της σύμβασης, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 παράγραφοι 2–4 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
141. Μέσο επιστροφής χρημάτων και προστασία του καταναλωτή από πρόσθετες επιβαρύνσεις
Η επιστροφή χρημάτων μετά τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης πραγματοποιείται με το ίδιο μέσο πληρωμής που χρησιμοποιήθηκε για την αρχική συναλλαγή, εκτός εάν ο καταναλωτής έχει συμφωνήσει ρητά διαφορετικά.
Η χρήση διαφορετικού μέσου επιστροφής δεν πρέπει να συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση του καταναλωτή λόγω της συγκεκριμένης επιστροφής.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί τις διαθέσιμες λειτουργίες του αρχικού παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την αντιστοίχιση της επιστροφής με τη συγκεκριμένη παραγγελία και την ορθή τεκμηρίωση της οικονομικής συναλλαγής.
Η επιχείρηση δεν δύναται να αντικαθιστά μονομερώς την οφειλόμενη χρηματική επιστροφή με εκπτωτικό κουπόνι, πιστωτικό υπόλοιπο ή άλλη μελλοντική εμπορική παροχή όταν αυτό δεν επιτρέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Εάν ο καταναλωτής συμφωνήσει ρητά σε διαφορετικό νόμιμο μέσο επιστροφής, η συμφωνία πρέπει να αφορά πραγματική και σαφή επιλογή του και να μην χρησιμοποιείται ως μέσο παράκαμψης των υποχρεωτικών δικαιωμάτων του.
Όταν η αρχική υπηρεσία πληρωμής δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για τεχνικούς ή άλλους πραγματικούς λόγους, ο Πωλητής εξετάζει την κατάλληλη νόμιμη εναλλακτική διαδικασία επιστροφής.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
142. Μείωση της αξίας επιστρεφόμενων αγαθών και επιτρεπόμενα όρια ευθύνης του καταναλωτή
Όταν ο καταναλωτής ασκεί το νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης αγαθών, η ενδεχόμενη ευθύνη του για τη μείωση της αξίας του επιστρεφόμενου προϊόντος καθορίζεται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που διέπουν το δικαίωμα αυτό.
Ο καταναλωτής ευθύνεται μόνο για μείωση της αξίας που προκύπτει από χειρισμό των αγαθών πέραν εκείνου που είναι αναγκαίος για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας τους, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις.
Ο Πωλητής δύναται να εξετάζει την πραγματική κατάσταση του επιστρεφόμενου προϊόντος και να διατηρεί κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση στην οποία αυτό παραλήφθηκε.
Η ύπαρξη φθοράς, αλλοίωσης ή άλλης διαφοροποίησης δεν παρέχει αυτομάτως στον Πωλητή δικαίωμα παρακράτησης ολόκληρου του καταβληθέντος τιμήματος. Η ενδεχόμενη οικονομική αξίωση πρέπει να συνδέεται με την πραγματική μείωση της αξίας και τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει γενικό, προκαθορισμένο ποσοστό παρακράτησης για κάθε επιστρεφόμενο προϊόν, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση της πραγματικής κατάστασής του.
Εάν ο Πωλητής έχει παραλείψει να παράσχει στον καταναλωτή την απαιτούμενη ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται οι ειδικές συνέπειες που προβλέπει η νομοθεσία ως προς την ευθύνη για τη μείωση της αξίας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 14 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
143. Ενημέρωση του Πελάτη για ουσιώδη καθυστέρηση ή αδυναμία παράδοσης
Όταν ο Πωλητής διαπιστώνει ότι συγκεκριμένη παραγγελία ενδέχεται να μην παραδοθεί εντός της συμφωνημένης προθεσμίας, μεριμνά για την κατάλληλη ενημέρωση του Πελάτη σχετικά με την πραγματική κατάσταση της αποστολής και τις διαθέσιμες πληροφορίες για την εξέλιξή της.
Η ενημέρωση μπορεί να πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του λογαριασμού παραγγελιών, της υπηρεσίας παρακολούθησης αποστολής ή άλλου κατάλληλου μέσου επικοινωνίας.
Εφόσον είναι γνωστή η πραγματική αιτία της καθυστέρησης, ο Πωλητής μπορεί να γνωστοποιεί τα σχετικά στοιχεία στον Πελάτη, χωρίς να παρουσιάζει ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ως οριστική εξήγηση του περιστατικού.
Όταν η καθυστέρηση συνδέεται με πραγματικό πρόβλημα διαθεσιμότητας, απώλεια αποστολής ή άλλη αδυναμία εκτέλεσης, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να αποφεύγει τη διατήρηση ανακριβών πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση της παραγγελίας.
Η ενημέρωση του Πελάτη για την καθυστέρηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πελάτης συμφωνεί σε νέα ημερομηνία παράδοσης ή παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος.
Εάν προτείνεται νέα ημερομηνία ή διαφορετικός τρόπος εκτέλεσης της συναλλαγής, η σχετική πρόταση αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη σύμβαση.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σε συνδυασμό με τις γενικές απαιτήσεις ορθής και μη παραπλανητικής εμπορικής ενημέρωσης της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ.
144. Στοιχεία αγοραστή και συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών για την εκτέλεση της συναλλαγής
Κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της παραγγελίας, ο Πελάτης παρέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης συναλλαγής, την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και τη συμμόρφωση του Πωλητή με τις εφαρμοστέες νόμιμες απαιτήσεις.
Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο ή τη νόμιμη επωνυμία του αγοραστή, τα αναγκαία στοιχεία επικοινωνίας, τη διεύθυνση παράδοσης, τις απαιτούμενες πληροφορίες τιμολόγησης και άλλα δεδομένα που είναι πράγματι απαραίτητα για τον συγκεκριμένο σκοπό.
Η επιχείρηση οφείλει να αποφεύγει τη συλλογή πληροφοριών που δεν είναι αναγκαίες για την εκτέλεση της παραγγελίας ή άλλη συγκεκριμένη και νόμιμη λειτουργία.
Όταν η συναλλαγή αφορά φυσικό πρόσωπο, η επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με κατάλληλη νόμιμη βάση και τις αρχές περιορισμού του σκοπού, ελαχιστοποίησης, ακρίβειας και ασφάλειας.
Η ύπαρξη συμβατικής σχέσης δεν δικαιολογεί αυτομάτως κάθε μορφή επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Διαφορετικές λειτουργίες, όπως η αποστολή διαφημιστικών μηνυμάτων, η δημιουργία εξατομικευμένου εμπορικού προφίλ ή η διαβίβαση δεδομένων για ανεξάρτητους σκοπούς τρίτων, αξιολογούνται χωριστά σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εάν η επιχείρηση υποχρεούται από ειδική νομοθεσία να συλλέγει πρόσθετες πληροφορίες για συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων ή συναλλαγών, η συλλογή τους πρέπει να περιορίζεται στον προβλεπόμενο σκοπό και στις αντίστοιχες νόμιμες απαιτήσεις.
Ο Πελάτης ενημερώνεται για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων σύμφωνα με την Πολιτική Απορρήτου και τις ειδικές πληροφορίες που απαιτείται να παρέχονται κατά τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 6 και 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σχετικά με τις αρχές επεξεργασίας, τις νόμιμες βάσεις και την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων.
145. Φωτογραφίες προϊόντων και ορθή οπτική παρουσίαση
Οι φωτογραφίες που εμφανίζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο αποσκοπούν στην παρουσίαση των προϊόντων και στη διευκόλυνση του Πελάτη κατά την αναγνώριση και επιλογή των αγαθών που επιθυμεί να αγοράσει.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί πρωτότυπες φωτογραφίες που δημιουργεί ο ίδιος, φωτογραφίες που του έχουν παραχωρηθεί νόμιμα από κατασκευαστές ή προμηθευτές, καθώς και άλλο φωτογραφικό υλικό για το οποίο διαθέτει τα αναγκαία δικαιώματα χρήσης.
Η οπτική παρουσίαση πρέπει να ανταποκρίνεται στα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προϊόντος και να μην δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση σχετικά με τη μάρκα, τον τύπο, τις διαστάσεις, την ποσότητα, τη συσκευασία ή το πραγματικό περιεχόμενο της πώλησης.
Εάν μια φωτογραφία απεικονίζει περισσότερα προϊόντα από εκείνα που περιλαμβάνονται στην προσφερόμενη μονάδα πώλησης, η επιχείρηση μεριμνά ώστε η πραγματική ποσότητα να διευκρινίζεται κατάλληλα. Αντίστοιχα, εάν χρησιμοποιείται φωτογραφία διαφορετικής έκδοσης ή συσκευασίας, η σχετική διαφορά πρέπει να γνωστοποιείται όταν είναι ικανή να επηρεάσει την απόφαση αγοράς.
Η χρήση φωτογραφικού υλικού για εμπορική παρουσίαση δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση παράδοσης αγαθών που ανταποκρίνονται στα συμφωνημένα χαρακτηριστικά. Εάν η φωτογραφία αποτέλεσε ουσιώδες στοιχείο της εμπορικής παρουσίασης και δημιούργησε συγκεκριμένη προσδοκία ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, η σημασία της εξετάζεται σύμφωνα με τους κανόνες περί συμμόρφωσης των αγαθών.
Ο Πελάτης δεν υποχρεούται να αποδεχθεί προϊόν ουσιωδώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, μόνο και μόνο επειδή η επιχείρηση χρησιμοποιεί γενική επισήμανση περί ενδεικτικού φωτογραφικού υλικού.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με τις παραπλανητικές πράξεις και παραλείψεις· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με τα συμφωνημένα χαρακτηριστικά, την περιγραφή και τη συμμόρφωση με δείγμα ή υπόδειγμα.
146. Διάκριση νόμιμης εγγύησης και πρόσθετης εμπορικής εγγύησης
Η νόμιμη ευθύνη του Πωλητή για έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών εφαρμόζεται σύμφωνα με τις υποχρεωτικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Η εμπορική εγγύηση αποτελεί πρόσθετη δέσμευση που μπορεί να παρέχεται από τον Πωλητή, τον κατασκευαστή ή άλλο εγγυητή, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της αντίστοιχης δήλωσης εγγύησης.
Η ύπαρξη ή απουσία εμπορικής εγγύησης δεν καταργεί τα νόμιμα δικαιώματα του καταναλωτή έναντι του Πωλητή.
Όταν προσφέρεται εμπορική εγγύηση, οι πληροφορίες που παρέχονται στον Πελάτη πρέπει να προσδιορίζουν κατάλληλα τον εγγυητή, τη διάρκεια, το περιεχόμενο και τη διαδικασία άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων.
Ο Πωλητής δεν δύναται να παρουσιάζει υποχρεωτικά νόμιμα δικαιώματα ως ιδιαίτερη εμπορική παροχή για την οποία ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει πρόσθετο τίμημα.
Εάν ο κατασκευαστής παρέχει πρόσθετη εμπορική εγγύηση, ο Πωλητής δεν απαλλάσσεται αυτομάτως από τη νόμιμη ευθύνη που υπέχει για τη συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με τις εμπορικές εγγυήσεις και άρθρο 21 της ίδιας Οδηγίας σχετικά με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της καταναλωτικής προστασίας.
147. Επιλογή τρόπου αποστολής και συμφωνία για την υπηρεσία μεταφοράς
Κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς, ο Πελάτης δύναται να επιλέγει μεταξύ των διαθέσιμων υπηρεσιών αποστολής που προσφέρονται από τον Πωλητή για τη συγκεκριμένη παραγγελία και τον επιλεγμένο προορισμό παράδοσης.
Οι διαθέσιμες επιλογές μπορεί να διαφέρουν ως προς το κόστος, τον εκτιμώμενο χρόνο παράδοσης, την περιοχή εξυπηρέτησης, τον τρόπο παραλαβής και τις λοιπές υπηρεσίες που περιλαμβάνονται.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με την επιλεγμένη υπηρεσία αποστολής και τις αντίστοιχες χρεώσεις να γνωστοποιούνται στον Πελάτη πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας.
Η επιλογή συγκεκριμένου μεταφορέα από τον Πελάτη μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρει ο Πωλητής δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πελάτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο απώλειας ή φθοράς των αγαθών από τη στιγμή της παράδοσής τους στον μεταφορέα.
Η μεταβίβαση του κινδύνου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις πραγματικές περιστάσεις της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της διάκρισης μεταξύ μεταφορέα που προσφέρεται από τον Πωλητή και μεταφορέα που ανατέθηκε αυτοτελώς από τον Πελάτη χωρίς να αποτελεί επιλογή που προσφέρθηκε από την επιχείρηση.
Εφόσον μετά την υποβολή της παραγγελίας προκύψει ανάγκη χρήσης διαφορετικής υπηρεσίας μεταφοράς, ο Πωλητής εξετάζει τις συνέπειες για τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης, το κόστος και τα λοιπά ουσιώδη χαρακτηριστικά της συναλλαγής.
Η χρήση ανεξάρτητης εταιρείας μεταφοράς δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του απέναντι στον καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄, άρθρο 18 και άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τους όρους παράδοσης, την εκπλήρωση της σύμβασης και τη μεταβίβαση του κινδύνου.
148. Διαχωρισμός δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ανά φωτογραφία και αρχείο
Ο Πωλητής δύναται να οργανώνει κεντρικό αρχείο τεκμηρίωσης των δικαιωμάτων που συνδέονται με το φωτογραφικό και λοιπό δημιουργικό υλικό που χρησιμοποιεί στα ηλεκτρονικά καταστήματα.
Για κάθε αρχείο μπορεί να καταγράφεται η πραγματική προέλευσή του, ο δημιουργός, ο δικαιούχος, η άδεια χρήσης, οι τυχόν περιορισμοί και οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιτρεπόμενες μορφές δημοσίευσης.
Τα αρχεία που δημιουργούνται πρωτότυπα από την επιχείρηση πρέπει να διακρίνονται από εκείνα που παραχωρούνται από προμηθευτές, αγοράζονται βάσει άδειας ή προκύπτουν από επεξεργασία προϋπάρχοντος υλικού.
Η πραγματοποίηση τεχνικής επεξεργασίας, αλλαγής διαστάσεων, αφαίρεσης φόντου ή άλλης μεταβολής φωτογραφίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι παύουν να υφίστανται δικαιώματα τρίτων επί του αρχικού έργου.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τη νόμιμη βάση χρήσης κάθε αρχείου και να αποφεύγει την απόδοση αποκλειστικών δικαιωμάτων στον εαυτό της όταν τα σχετικά δικαιώματα ανήκουν σε τρίτο πρόσωπο.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ και εφαρμοστέες διατάξεις του Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
149. Επιλογή προϊόντων και διαμόρφωση της ηλεκτρονικής παραγγελίας
Ο Πελάτης δύναται να επιλέγει τα προϊόντα που επιθυμεί να αγοράσει μέσω του ηλεκτρονικού καταλόγου, σύμφωνα με τις πραγματικά διαθέσιμες επιλογές και τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στη σχετική σελίδα κάθε αγαθού.
Η διαδικασία επιλογής μπορεί να περιλαμβάνει τον καθορισμό της επιθυμητής ποσότητας, της συγκεκριμένης έκδοσης ή παραλλαγής, της συσκευασίας και άλλων χαρακτηριστικών που είναι ουσιώδη για την πραγματοποίηση της αγοράς.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε η διαδικασία παραγγελίας να επιτρέπει στον Πελάτη να αναγνωρίζει τα προϊόντα που επιλέγει και να διακρίνει διαφορετικές εκδόσεις ή εμπορικές μονάδες, όταν αυτές παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές.
Όταν το ίδιο προϊόν προσφέρεται σε περισσότερες συσκευασίες ή ποσότητες, η σχετική επιλογή πρέπει να συνδέεται με σαφήνεια με την πραγματική τιμή και την ποσότητα που πρόκειται να παραδοθεί.
Η επιλογή συγκεκριμένου προϊόντος δεν παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα να αντικαταστήσει το αγαθό με διαφορετικό προϊόν χωρίς την αντίστοιχη νόμιμη συμφωνία.
Πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας, ο Πελάτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τα βασικά στοιχεία της αγοράς του και να διορθώσει τυχόν σφάλματα καταχώρισης με τα κατάλληλα τεχνικά μέσα.
Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται κατά την επιλογή του προϊόντος αποτελούν μέρος της διαδικασίας προσυμβατικής ενημέρωσης και αξιολογούνται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις για τη σύναψη και εκτέλεση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ για την ενημέρωση σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών· άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για τα τεχνικά στάδια σύναψης ηλεκτρονικής σύμβασης και τη δυνατότητα διόρθωσης σφαλμάτων καταχώρισης.
150. Αναγνώριση, αντιστοίχιση και επιβεβαίωση της πληρωμής συγκεκριμένης παραγγελίας
Ο Πωλητής οργανώνει κατάλληλη διαδικασία αναγνώρισης και αντιστοίχισης των πληρωμών που πραγματοποιούνται μέσω των διαθέσιμων οικονομικών υπηρεσιών, ώστε κάθε καταβολή να συνδέεται με την αντίστοιχη παραγγελία και τα πραγματικά στοιχεία της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση μοναδικού αριθμού παραγγελίας, αναγνωριστικού συναλλαγής, πληροφοριών του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή άλλων νόμιμων στοιχείων που επιτρέπουν την εξακρίβωση της πραγματικής καταβολής.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένους μηχανισμούς ενημέρωσης της κατάστασης πληρωμής, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές πληροφορίες ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα του αρμόδιου παρόχου και δεν δημιουργούν παραπλανητική εικόνα για την ολοκλήρωση της οικονομικής συναλλαγής.
Όταν η πληρωμή δεν μπορεί να αντιστοιχιστεί αυτομάτως με συγκεκριμένη παραγγελία, ο Πωλητής εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία και δύναται να επικοινωνήσει με τον Πελάτη προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αναγκαία ταυτοποίηση.
Η ύπαρξη τεχνικού σφάλματος στο σύστημα ενημέρωσης της παραγγελίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε. Αντίστοιχα, η εμφάνιση ένδειξης επιτυχούς πληρωμής δεν αποτελεί από μόνη της αμάχητη απόδειξη οριστικής είσπραξης όταν τα στοιχεία του παρόχου καταδεικνύουν διαφορετική πραγματική κατάσταση.
Ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει τυχόν διαφωνία σχετικά με την κατάσταση της πληρωμής και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία της συναλλαγής, τους συμφωνημένους όρους και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Τα δεδομένα πληρωμών που συλλέγονται για την αναγνώριση και τεκμηρίωση των συναλλαγών διατηρούνται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαία για συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς και προστατεύονται με κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5 παράγραφος 1 στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄, 6 και 32 του ΓΚΠΔ, σχετικά με τον περιορισμό του σκοπού, την ελαχιστοποίηση, την ακρίβεια και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων. Άρθρα 64 και 72 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την εξουσιοδότηση και την απόδειξη εκτέλεσης συναλλαγών πληρωμής, κατά τον βαθμό που εφαρμόζονται στους αρμόδιους παρόχους.
151. Διατήρηση πρωτότυπων φωτογραφικών αρχείων και τεκμηρίωση της δημιουργίας τους
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί τα πρωτότυπα φωτογραφικά αρχεία που δημιουργούνται νόμιμα για τις ανάγκες του ηλεκτρονικού καταστήματος, καθώς και τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την τεκμηρίωση της δημιουργίας και της επεξεργασίας τους.
Η τεκμηρίωση μπορεί να περιλαμβάνει την αρχική φωτογραφία, τις ενδιάμεσες εκδόσεις επεξεργασίας, την ημερομηνία δημιουργίας, τα στοιχεία του δημιουργού και τις σχετικές συμφωνίες παραχώρησης δικαιωμάτων.
Η ύπαρξη αρχείων υψηλής ανάλυσης ή τεχνικών μεταδεδομένων μπορεί να χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό στοιχείο σε περίπτωση αμφισβήτησης των πραγματικών δικαιωμάτων επί συγκεκριμένης φωτογραφίας.
Τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργούν αυτομάτως αποκλειστικό δικαίωμα επί έργου τρίτου όταν η επιχείρηση δεν διαθέτει τα αντίστοιχα νόμιμα δικαιώματα.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα νόμιμα μέσα προστασίας έναντι μη εξουσιοδοτημένης αναπαραγωγής φωτογραφικού υλικού επί του οποίου διαθέτει πραγματικά δικαιώματα.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ και οι εφαρμοστέες διατάξεις του Ν. 2121/1993 σχετικά με την προστασία έργων και φωτογραφιών.
152. Διόρθωση σφαλμάτων καταχώρισης και δυνατότητα τροποποίησης της παραγγελίας πριν από την υποβολή
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε ο Πελάτης να διαθέτει κατάλληλα, αποτελεσματικά και προσβάσιμα τεχνικά μέσα για την αναγνώριση και τη διόρθωση σφαλμάτων καταχώρισης πριν από την οριστική υποβολή της ηλεκτρονικής παραγγελίας.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την τροποποίηση της ποσότητας των επιλεγμένων προϊόντων, την αφαίρεση αγαθών από το καλάθι, την επιλογή διαφορετικής παραλλαγής και τη διόρθωση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την τιμολόγηση ή την παράδοση.
Η επιχείρηση πρέπει να οργανώνει τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς ώστε ο Πελάτης να μπορεί να ελέγχει τις ουσιώδεις πληροφορίες της παραγγελίας πριν από το τελικό στάδιο ανάληψης της υποχρέωσης πληρωμής.
Εφόσον η διόρθωση συγκεκριμένου στοιχείου επηρεάζει την τιμή, τα έξοδα αποστολής, τη διαθεσιμότητα ή άλλη ουσιώδη παράμετρο της συναλλαγής, οι σχετικές μεταβολές πρέπει να εμφανίζονται κατάλληλα πριν από την οριστική υποβολή.
Η απλή ύπαρξη δυνατότητας διόρθωσης σφαλμάτων από τον Πελάτη δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την ευθύνη για ανακριβή στοιχεία που προέρχονται από το δικό του πληροφοριακό σύστημα ή από την εμπορική παρουσίαση των προϊόντων.
Εάν μετά την υποβολή της παραγγελίας διαπιστωθεί σφάλμα καταχώρισης, η δυνατότητα τροποποίησης της συναλλαγής εξετάζεται σύμφωνα με το στάδιο σύναψης και εκτέλεσης της σύμβασης, τους εφαρμοστέους όρους και τα νόμιμα δικαιώματα των συμβαλλομένων.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ΄ και άρθρο 11 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, σχετικά με την παροχή κατάλληλων τεχνικών μέσων αναγνώρισης και διόρθωσης σφαλμάτων πριν από την υποβολή ηλεκτρονικής παραγγελίας.
153. Δήλωση υπαναχώρησης και νόμιμοι τρόποι γνωστοποίησης της απόφασης του καταναλωτή
Ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης γνωστοποιώντας στον Πωλητή την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη συγκεκριμένη σύμβαση, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η γνωστοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται με τη χρήση του προβλεπόμενου υποδείγματος εντύπου υπαναχώρησης ή με οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση από την οποία προκύπτει η απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει τη χρήση ενός αποκλειστικού εντύπου ως γενική προϋπόθεση εγκυρότητας της υπαναχώρησης, όταν ο νόμος επιτρέπει διαφορετική σαφή δήλωση.
Η δήλωση πρέπει να επιτρέπει την αναγνώριση της συγκεκριμένης σύμβασης από την οποία ο καταναλωτής επιθυμεί να υπαναχωρήσει.
Η επιχείρηση δύναται να ζητεί τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποίησης της παραγγελίας, χωρίς να επιβάλλει δυσανάλογες ή μη νόμιμες διαδικαστικές προϋποθέσεις.
Η υπαναχώρηση θεωρείται ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα όταν ο καταναλωτής απέστειλε την αντίστοιχη δήλωση πριν από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας.
Η επιχείρηση δεν δύναται να απαιτεί η δήλωση να έχει υποχρεωτικά εξεταστεί ή εγκριθεί από το προσωπικό της πριν από την εκπνοή της προθεσμίας.
Όταν ο καταναλωτής χρησιμοποιεί νόμιμα διαθέσιμη ηλεκτρονική διαδικασία υπαναχώρησης, ο Πωλητής εκπληρώνει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις επιβεβαίωσης παραλαβής της δήλωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 11 και 12 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
154. Καταχρηστική χρήση των υπηρεσιών και προστασία της εμπορικής λειτουργίας
Ο Πωλητής διατηρεί το δικαίωμα να λαμβάνει νόμιμα και αναλογικά μέτρα για την προστασία του ηλεκτρονικού καταστήματος από ενέργειες που παραβιάζουν την ασφάλεια των υπηρεσιών του, προκαλούν τεχνική βλάβη, αλλοιώνουν δεδομένα ή παρεμποδίζουν ουσιωδώς τη νόμιμη χρήση των συστημάτων από άλλους επισκέπτες.
Όταν προκύπτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες ενδείξεις μη εξουσιοδοτημένης δραστηριότητας, η επιχείρηση δύναται να εξετάζει το περιστατικό και να εφαρμόζει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, σύμφωνα με τη φύση και τη σοβαρότητά του.
Η προσωρινή αναστολή πρόσβασης σε συγκεκριμένη λειτουργία ή λογαριασμό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για την αποτροπή νόμιμης υποβολής παραπόνων, την παρεμπόδιση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης ή την αποφυγή εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων.
Ο Πελάτης διατηρεί τα νόμιμα δικαιώματά του σχετικά με προηγούμενες συναλλαγές, ακόμη και όταν για πραγματικούς και νόμιμους λόγους περιορίζεται η δυνατότητα πραγματοποίησης νέων παραγγελιών μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού λογαριασμού.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει κάθε περιστατικό με βάση τα πραγματικά δεδομένα και να αποφεύγει γενικές ή αδικαιολόγητες κυρώσεις που δεν συνδέονται με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3, 5 και 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τη διαφάνεια και την αντιμετώπιση καταχρηστικών συμβατικών όρων· άρθρα 5, 6 και 32 του ΓΚΠΔ, στον βαθμό που τα μέτρα ασφαλείας περιλαμβάνουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
155. Εκτιμώμενος χρόνος μεταφοράς και πραγματική διάρκεια παράδοσης
Ο Πωλητής μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον εκτιμώμενο χρόνο μεταφοράς των αγαθών, λαμβάνοντας υπόψη τον προορισμό, την επιλεγμένη υπηρεσία αποστολής, τις συνήθεις συνθήκες μεταφοράς και τα πραγματικά στοιχεία που παρέχονται από τον συνεργαζόμενο μεταφορέα.
Όταν ο χρόνος μεταφοράς παρουσιάζεται ως εκτίμηση, η σχετική πληροφορία πρέπει να ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα πραγματικά δεδομένα και να μην δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση ότι ο Πωλητής εγγυάται ανεπιφύλακτα συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης.
Η ύπαρξη εκτιμώμενου χρόνου μεταφοράς δεν καταργεί τη συμφωνημένη προθεσμία παράδοσης ούτε τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Οι πραγματικές συνθήκες μεταφοράς μπορεί να επηρεάζονται από αυξημένο όγκο αποστολών, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, προσωρινές διακοπές συγκοινωνιών, τελωνειακούς ελέγχους ή άλλα περιστατικά που επηρεάζουν αντικειμενικά τη συγκεκριμένη διαδρομή.
Η ύπαρξη τέτοιων περιστατικών δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη ή ότι ο Πελάτης υποχρεούται να αναμένει απεριόριστα την εκτέλεση της συναλλαγής.
Εάν η παράδοση δεν πραγματοποιηθεί εντός της συμφωνημένης ή νόμιμης προθεσμίας, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα δικαιώματα του Πελάτη και οι προβλεπόμενες διαδικασίες αντιμετώπισης της καθυστέρησης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την ενημέρωση για τις προθεσμίες και την εκπλήρωση της υποχρέωσης παράδοσης.
156. Διαστάσεις, τεχνικά χαρακτηριστικά και διαφορετικοί τύποι προϊόντων
Τα προϊόντα που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος παρουσιάζονται με τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αναγνώριση του συγκεκριμένου αγαθού και τη διάκρισή του από άλλα προϊόντα της ίδιας ή παρόμοιας εμπορικής κατηγορίας.
Όταν οι διαστάσεις, το βάρος, το υλικό κατασκευής, η μορφή, το μέγεθος, η ποσότητα ή άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την επιλογή του Πελάτη, ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι σχετικές πληροφορίες να παρουσιάζονται με επαρκή σαφήνεια και να ανταποκρίνονται στα πραγματικά χαρακτηριστικά του προσφερόμενου προϊόντος.
Ειδικά για προϊόντα όπως χαρτάκια στριφτού, φίλτρα, χάρτινα επιστόμια, σωληνάκια και συναφή εξαρτήματα, η περιγραφή μπορεί να περιλαμβάνει τις διαστάσεις, τον τύπο, το πάχος, την ποσότητα ανά συσκευασία και τα λοιπά χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη για την αναγνώριση της συγκεκριμένης έκδοσης.
Οι πληροφορίες που παρέχονται από τον κατασκευαστή ή τον προμηθευτή μπορούν να χρησιμοποιούνται ως βάση της εμπορικής περιγραφής. Εάν, ωστόσο, διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένο χαρακτηριστικό παρουσιάζεται ανακριβώς, ο Πωλητής οφείλει να εξετάσει τη σχετική απόκλιση και να αντιμετωπίσει τις συνέπειές της σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Η ύπαρξη μικρών κατασκευαστικών ανοχών ή διαφοροποιήσεων δεν παρέχει γενικό δικαίωμα παράδοσης προϊόντος με ουσιωδώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που συμφωνήθηκαν. Κάθε απόκλιση αξιολογείται με βάση τη φύση του προϊόντος, τις πληροφορίες που δόθηκαν πριν από την αγορά και τη σημασία της για τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ο Πελάτης διατηρεί τα νόμιμα δικαιώματά του σε περίπτωση που το παραδιδόμενο αγαθό δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή, στον τύπο, στην ποσότητα ή στα λοιπά συμφωνημένα χαρακτηριστικά.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την ενημέρωση για τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών· άρθρα 5, 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με τις υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης των αγαθών.
157. Οδηγίες χρήσης, προειδοποιήσεις ασφαλείας και κατάλληλη ενημέρωση του Πελάτη
Τα προϊόντα που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος πρέπει να συνοδεύονται από τις οδηγίες χρήσης, τις προειδοποιήσεις ασφαλείας και τις λοιπές πληροφορίες που απαιτούνται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο για τη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών.
Ο Πωλητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη φύση του προϊόντος, τον συνήθη ή ευλόγως προβλέψιμο τρόπο χρήσης του, τους κινδύνους που ενδέχεται να συνδέονται με αυτό και τις σχετικές πληροφορίες που παρέχει ο κατασκευαστής ή άλλος αρμόδιος οικονομικός φορέας.
Όταν συγκεκριμένο προϊόν υπόκειται σε ειδικούς κανόνες ασφάλειας, επισήμανσης, χρήσης, μεταφοράς ή αποθήκευσης, η επιχείρηση πρέπει να εξετάζει τις αντίστοιχες απαιτήσεις πριν από τη διάθεσή του στην αγορά.
Οι οδηγίες και οι προειδοποιήσεις που πρέπει να γνωστοποιούνται κατά τη διαδικασία της εξ αποστάσεως προσφοράς παρουσιάζονται με τρόπο σαφή και κατάλληλο για την κατηγορία του προϊόντος και τη χώρα στην οποία αυτό διατίθεται.
Η παροχή οδηγιών χρήσης ή προειδοποιήσεων δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από τις νόμιμες υποχρεώσεις του σχετικά με την ασφάλεια και τη συμμόρφωση των αγαθών.
Ο Πελάτης καλείται να χρησιμοποιεί το προϊόν σύμφωνα με τον προορισμό του και τις σχετικές οδηγίες ασφαλείας. Ωστόσο, η χρήση του προϊόντος αξιολογείται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και δεν επιτρέπεται να αποδίδεται αυτομάτως κάθε βλάβη ή πρόβλημα σε εσφαλμένη χρήση χωρίς κατάλληλη τεκμηρίωση.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 19 στοιχείο δ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με τις πληροφορίες ασφάλειας που απαιτούνται στις εξ αποστάσεως προσφορές· άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σχετικά με την παράδοση των συμφωνημένων και ευλόγως αναμενόμενων οδηγιών και εξαρτημάτων.
158. Περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί, ανακυκλωσιμότητα και βιώσιμη παραγωγή
Οι περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί που χρησιμοποιούνται κατά την παρουσίαση των προϊόντων πρέπει να είναι συγκεκριμένοι, ακριβείς και κατάλληλα τεκμηριωμένοι, ώστε να μην δημιουργείται παραπλανητική εντύπωση για το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα ή τις ιδιότητες του συγκεκριμένου αγαθού.
Όταν ένα προϊόν χαρακτηρίζεται ως ανακυκλώσιμο, βιοδιασπώμενο, παραγόμενο από ανακυκλωμένα υλικά ή κατασκευασμένο με συγκεκριμένη περιβαλλοντικά προσανατολισμένη μέθοδο, η εμπορική παρουσίαση πρέπει να ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο του ισχυρισμού και στα στοιχεία που τον υποστηρίζουν.
Η επιχείρηση πρέπει να αποφεύγει την παρουσίαση μεμονωμένου περιβαλλοντικού χαρακτηριστικού ως γενικής απόδειξης ότι το σύνολο του προϊόντος ή της εμπορικής δραστηριότητας δεν επιβαρύνει το περιβάλλον, όταν τέτοιο συμπέρασμα δεν δικαιολογείται από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Ενδείξεις περιβαλλοντικής πιστοποίησης, σήματα ποιότητας ή άλλα διακριτικά στοιχεία που παραπέμπουν σε ανεξάρτητη αξιολόγηση χρησιμοποιούνται μόνο όταν υφίσταται η αντίστοιχη νόμιμη βάση και πληρούνται οι προϋποθέσεις χρήσης τους.
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί στοιχεία τεκμηρίωσης των περιβαλλοντικών ισχυρισμών που χρησιμοποιεί, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών πληροφοριών του κατασκευαστή και των πιστοποιήσεων που αφορούν πράγματι το συγκεκριμένο προϊόν.
Εάν μεταβληθούν οι πραγματικές ιδιότητες του αγαθού, το κανονιστικό πλαίσιο ή τα στοιχεία στα οποία βασίζεται ένας περιβαλλοντικός ισχυρισμός, η επιχείρηση εξετάζει την ανάγκη αναθεώρησης της εμπορικής παρουσίασης και αποφυγής συνέχισης χρήσης ανακριβών ή μη επαρκώς τεκμηριωμένων δηλώσεων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Επιπλέον, η Οδηγία (ΕΕ) 2024/825 ενισχύει τις απαιτήσεις για τους περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς και προβλέπει εφαρμογή των σχετικών εθνικών μέτρων από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, γεγονός που πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από τη δημοσίευση και τη μελλοντική χρήση των σχετικών εμπορικών περιγραφών.
159. Εκπτώσεις, προηγούμενη τιμή και διαφάνεια της εμπορικής παρουσίασης
Όταν ο Πωλητής ανακοινώνει μείωση της τιμής συγκεκριμένου προϊόντος, η εμπορική παρουσίαση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις σχετικά με την αναγραφή της προηγούμενης τιμής και τον υπολογισμό της πραγματικής έκπτωσης.
Στις περιπτώσεις που υπάγονται στο άρθρο 6α της Οδηγίας 98/6/ΕΚ, η προηγούμενη τιμή προσδιορίζεται, κατά κανόνα, με βάση τη χαμηλότερη τιμή που είχε εφαρμόσει ο έμπορος κατά το απαιτούμενο χρονικό διάστημα πριν από την ανακοίνωση της μείωσης.
Για την εφαρμογή της συγκεκριμένης απαίτησης λαμβάνονται υπόψη οι αντίστοιχοι εθνικοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται διαφορετικός υπολογισμός της προηγούμενης τιμής.
Η επιχείρηση δεν δύναται να παρουσιάζει τεχνητά αυξημένη τιμή αναφοράς με σκοπό τη δημιουργία παραπλανητικής εντύπωσης μεγαλύτερης οικονομικής ωφέλειας για τον Πελάτη.
Όταν πραγματοποιούνται διαδοχικές μειώσεις τιμών ή όταν το ίδιο προϊόν συμμετέχει σε περισσότερες προωθητικές ενέργειες, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει την ορθή εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού της προηγούμενης τιμής.
Η χρήση ποσοστού έκπτωσης, διαγραμμένης τιμής, εμπορικού χαρακτηρισμού ή άλλου οπτικού στοιχείου δεν πρέπει να δημιουργεί ανακριβή εντύπωση σχετικά με το πραγματικό οικονομικό όφελος της αγοράς.
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί κατάλληλο ιστορικό τιμών, ώστε να μπορεί να τεκμηριώνει την ορθότητα των σχετικών εμπορικών ισχυρισμών και να αντιμετωπίζει τυχόν αμφισβητήσεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6α της Οδηγίας 98/6/ΕΚ. Η γενική ευρωπαϊκή βάση για την προηγούμενη τιμή είναι η χαμηλότερη τιμή τουλάχιστον των προηγούμενων 30 ημερών, με τις προβλεπόμενες ειδικές εξαιρέσεις και εθνικές ρυθμίσεις.
160. Σχέση των Γενικών Όρων με τις ειδικές πολιτικές του καταστήματος
Οι παρόντες Γενικοί Όροι και Προϋποθέσεις αποτελούν το βασικό συμβατικό πλαίσιο που διέπει την ηλεκτρονική αγορά προϊόντων από το κατάστημα και εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις ειδικότερες πληροφορίες που παρέχονται στον Πελάτη κατά τη διαδικασία της συναλλαγής.
Οι ειδικές πολιτικές σχετικά με τις αποστολές, τις πληρωμές, τις επιστροφές, το δικαίωμα υπαναχώρησης, την προστασία προσωπικών δεδομένων και τη χρήση τεχνολογιών cookies εξειδικεύουν τα αντίστοιχα ζητήματα στον βαθμό που αφορούν τη συγκεκριμένη συναλλαγή ή τη χρήση της ιστοσελίδας.
Η ύπαρξη ειδικής πολιτικής δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση παροχής των προσυμβατικών πληροφοριών που απαιτούνται από την εφαρμοστέα νομοθεσία ούτε επιτρέπει την απόκρυψη ουσιωδών περιορισμών σε σημεία της ιστοσελίδας που δεν είναι κατάλληλα προσβάσιμα στον Πελάτη.
Όταν συγκεκριμένη συναλλαγή υπόκειται σε ιδιαίτερους όρους, όπως ειδική συμφωνία χονδρικής, εξατομικευμένη παραγγελία ή ιδιαίτερη υπηρεσία μεταφοράς, οι αντίστοιχες πληροφορίες πρέπει να γνωστοποιούνται ή να συμφωνούνται με τον αγοραστή πριν από την ανάληψη των σχετικών συμβατικών υποχρεώσεων.
Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ γενικής και ειδικής συμβατικής πρόβλεψης, η ερμηνεία πραγματοποιείται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας και τους υποχρεωτικούς κανόνες προστασίας του καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 5 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση και την ένταξη των σχετικών πληροφοριών στη σύμβαση εξ αποστάσεως· άρθρα 3–6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
161. Διπλή χρέωση, επαναλαμβανόμενη καταβολή και διαδικασία διερεύνησης εσφαλμένης είσπραξης
Σε περίπτωση που ο Πελάτης διαπιστώσει ότι ενδέχεται να έχει χρεωθεί περισσότερες από μία φορές για την ίδια παραγγελία, δύναται να επικοινωνήσει με τον Πωλητή μέσω των διαθέσιμων μέσων επικοινωνίας και να γνωστοποιήσει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Ο Πωλητής εξετάζει τα διαθέσιμα δεδομένα της παραγγελίας, τις πληροφορίες που παρέχονται από τον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και τα λοιπά στοιχεία που επιτρέπουν την εξακρίβωση του πραγματικού αριθμού και της κατάστασης των σχετικών συναλλαγών.
Κατά τη διερεύνηση πρέπει να διακρίνεται η περίπτωση πραγματικής διπλής είσπραξης από την περίπτωση προσωρινής δέσμευσης που δεν έχει μετατραπεί σε οριστική χρέωση ή από άλλη ενδιάμεση διαδικασία πληρωμής.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Πωλητής εισέπραξε περισσότερα ποσά από εκείνα που οφείλονται νόμιμα βάσει της συγκεκριμένης συναλλαγής, η επιχείρηση οφείλει να αντιμετωπίσει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η επιστροφή ποσού που εισπράχθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία δεν μπορεί να εξαρτάται αυθαίρετα από την αποδοχή πρόσθετων εμπορικών όρων, την πραγματοποίηση νέας αγοράς ή τη λήψη πιστωτικού υπολοίπου αντί χρηματικής επιστροφής, όταν τέτοια προϋπόθεση δεν επιτρέπεται από τον νόμο.
Όταν η δεύτερη εμφανιζόμενη χρέωση αφορά σφάλμα ή ενδιάμεση διαδικασία ανεξάρτητου παρόχου πληρωμών, ο Πωλητής συνεργάζεται με τον αρμόδιο πάροχο στο μέτρο που απαιτείται για τη διερεύνηση και την αποκατάσταση του περιστατικού, χωρίς να αναλαμβάνει αυτομάτως ευθύνη για κάθε ανεξάρτητη ενέργεια τρίτου.
Η επιχείρηση δύναται να διατηρεί τα αναγκαία στοιχεία τεκμηρίωσης της διερεύνησης και της πραγματοποιηθείσας επιστροφής, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες λογιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις και τις απαιτήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 64, 71 και 89 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την εξουσιοδότηση, την αναγνώριση και την αποκατάσταση μη εξουσιοδοτημένων ή εσφαλμένα εκτελεσμένων συναλλαγών πληρωμής. Άρθρα 904 επ. του ελληνικού Αστικού Κώδικα περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπου εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο και συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
162. Διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις και ειδικοί περιορισμοί
Η πώληση προϊόντων μέσω διαδικτύου σε αγοραστές που βρίσκονται σε διαφορετική χώρα αποτελεί διασυνοριακή συναλλαγή, της οποίας η νομιμότητα πρέπει να εξετάζεται με βάση το πραγματικό προϊόν, τον τόπο εγκατάστασης του Πωλητή, τον τόπο παράδοσης και το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο.
Η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών μπορεί να επιτρέπεται να πωλούνται σε φυσικά καταστήματα, αλλά να υπόκεινται σε πρόσθετους περιορισμούς ή απαγορεύσεις ως προς τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως διάθεσή τους.
Η ύπαρξη ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς δεν αποκλείει την εφαρμογή ειδικών περιορισμών που προβλέπονται νόμιμα για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η χρήση διαφορετικού domain, διαφορετικής γλωσσικής έκδοσης, αλλοδαπού παρόχου πληρωμών ή άλλης τεχνικής διαδρομής μεταβάλλει αυτομάτως την εφαρμοστέα νομοθεσία της πραγματικής συναλλαγής.
Όταν η πώληση συγκεκριμένου προϊόντος υπόκειται σε ιδιαίτερες προϋποθέσεις, η επιχείρηση οργανώνει την εμπορική παρουσίαση και τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς σύμφωνα με τις πραγματικές νόμιμες δυνατότητες διάθεσής του.
Η χρήση γενικής δήλωσης περί συμμόρφωσης με τη νομοθεσία δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει νόμιμη μια συναλλαγή που απαγορεύεται από ειδική διάταξη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ και οι αντίστοιχες εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται ανά προϊόν και χώρα προορισμού.
163. Επουσιώδης έλλειψη συμμόρφωσης και ειδικοί περιορισμοί του δικαιώματος λύσης
Όταν η έλλειψη συμμόρφωσης συγκεκριμένου προϊόντος είναι μόνο επουσιώδης, η δυνατότητα λύσης της σύμβασης εξετάζεται σύμφωνα με τους ειδικούς περιορισμούς που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται με βάση τη φύση του αγαθού, τη σημασία της συγκεκριμένης απόκλισης και τις πραγματικές περιστάσεις της συναλλαγής.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χαρακτηρίζει αυθαίρετα μια έλλειψη συμμόρφωσης ως επουσιώδη με αποκλειστικό σκοπό την αποφυγή επιστροφής του τιμήματος ή άλλης νόμιμης υποχρέωσης.
Η ύπαρξη μικρής εξωτερικής διαφοροποίησης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η έλλειψη συμμόρφωσης είναι επουσιώδης, εάν η διαφορά επηρεάζει ουσιωδώς το συμφωνημένο προϊόν ή τον σκοπό της αγοράς.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη οποιασδήποτε ασήμαντης διαφοροποίησης δεν θεμελιώνει αυτομάτως δικαίωμα λύσης ολόκληρης της σύμβασης.
Το βάρος απόδειξης ότι η έλλειψη συμμόρφωσης είναι μόνο επουσιώδης βαρύνει τον Πωλητή, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
Τα λοιπά διαθέσιμα νόμιμα μέσα αποκατάστασης εξετάζονται σύμφωνα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 παράγραφοι 2–5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
164. Περιορισμένο απόθεμα προσφορών και αποφυγή παραπλανητικών εμπορικών πρακτικών
Όταν συγκεκριμένη εμπορική προσφορά συνδέεται με περιορισμένο απόθεμα προϊόντων, η σχετική παρουσίαση πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές διαθέσιμες ποσότητες και να μην δημιουργεί ψευδή εντύπωση τεχνητής σπανιότητας.
Ο Πωλητής δύναται να ορίζει ανώτατο αριθμό διαθέσιμων προϊόντων, χρονική διάρκεια προσφοράς ή άλλους αντικειμενικούς περιορισμούς, εφόσον αυτοί ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες και γνωστοποιούνται κατάλληλα στον Πελάτη.
Η χρήση εμπορικών χαρακτηρισμών που υποδηλώνουν εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο ή απόθεμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο που προκαλεί παραπλανητική εντύπωση για τη διαθεσιμότητα ή την πραγματική ανάγκη άμεσης αγοράς.
Όταν η δυνατότητα εκτέλεσης της προσφοράς εξαρτάται από τρίτο προμηθευτή, ο Πωλητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές πληροφορίες διαθεσιμότητας πριν από την αποδοχή παραγγελιών.
Εάν η προσφερόμενη ποσότητα εξαντληθεί, η επιχείρηση δύναται να διακόπτει τη δυνατότητα υποβολής νέων παραγγελιών με τους συγκεκριμένους εμπορικούς όρους, χωρίς αυτό να μεταβάλλει αυτομάτως υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί.
Η επιχείρηση δεν δύναται να χρησιμοποιεί την ανακρίβεια των πληροφοριών αποθέματος ως γενική δικαιολογία για την αυθαίρετη ακύρωση δεσμευτικών συμβάσεων ή την αντικατάσταση συμφωνημένων προϊόντων με διαφορετικά αγαθά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 και Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές, την παρουσίαση περιορισμένης διαθεσιμότητας και τη δημιουργία ανακριβούς εντύπωσης σχετικά με την ανάγκη άμεσης αγοράς.
165. Αποδεδειγμένη χρήση προϊόντος και συνέπειες χειρισμού πέραν της αναγκαίας εξέτασης
Όταν ο καταναλωτής επιστρέφει προϊόν μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, ο Πωλητής δύναται να εξετάζει εάν έχει πραγματοποιηθεί χειρισμός πέραν εκείνου που είναι αναγκαίος για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας του αγαθού.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται με βάση το συγκεκριμένο προϊόν, τον συνήθη τρόπο εξέτασής του και τις πραγματικές ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί μετά την παράδοση.
Η απλή υποψία ότι ένα προϊόν χρησιμοποιήθηκε δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση συγκεκριμένης οικονομικής αξίωσης. Ο Πωλητής οφείλει να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία και να διακρίνει την επιτρεπόμενη εξέταση από τη χρήση που υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.
Εάν αποδεικνύεται πραγματική μείωση της αξίας λόγω τέτοιου χειρισμού, η αντίστοιχη ευθύνη του καταναλωτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρεί ότι η ύπαρξη οποιουδήποτε ίχνους χειρισμού συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη απώλεια του δικαιώματος υπαναχώρησης.
Η περίπτωση πραγματικής κατανάλωσης αγαθού, η περίπτωση μείωσης της αξίας του και η περίπτωση εφαρμογής ειδικής νόμιμης εξαίρεσης από την υπαναχώρηση αποτελούν διαφορετικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τη φύση του προϊόντος και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 14 παράγραφος 2 και 16 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
166. Επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία
Ο Πωλητής δεν διατηρεί δικαίωμα οριστικής παρακράτησης χρηματικού ποσού όταν, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά και το εφαρμοστέο δίκαιο, δεν υφίσταται νόμιμη ή συμβατική αιτία που να δικαιολογεί τη συγκεκριμένη είσπραξη ή τη διατήρησή της.
Η υποχρέωση επιστροφής μπορεί να προκύπτει, κατά περίπτωση, από διπλή καταβολή, εσφαλμένη χρέωση, μη ολοκλήρωση συναλλαγής, νόμιμη λύση της σύμβασης ή άλλη πραγματική και νομική αιτία.
Η επιχείρηση εξετάζει κάθε αίτημα με βάση τα στοιχεία της συγκεκριμένης συναλλαγής και διακρίνει τις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται ειδική προθεσμία ή διαδικασία επιστροφής από τις περιπτώσεις που διέπονται από τους γενικούς κανόνες του συμβατικού δικαίου.
Όταν ο καταναλωτής ασκεί νόμιμα το δικαίωμα υπαναχώρησης, η επιστροφή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων προθεσμιών, του κατάλληλου μέσου επιστροφής και της δυνατότητας νόμιμης αναμονής παραλαβής των επιστρεφόμενων αγαθών, όπου αυτή εφαρμόζεται.
Σε περίπτωση νόμιμης λύσης σύμβασης λόγω μη παράδοσης ή έλλειψης συμμόρφωσης, εφαρμόζονται οι ειδικές συνέπειες που προβλέπονται για την αντίστοιχη περίπτωση.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η ύπαρξη γενικής εμπορικής πολιτικής μη επιστροφής χρημάτων αποκλείει τις περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος προβλέπει υποχρεωτική επιστροφή.
Η καταβολή ποσού χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα του Πωλητή να επιβάλει πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση στον Πελάτη για τη διόρθωση της αντίστοιχης εσφαλμένης είσπραξης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τις υποχρεώσεις επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση υπαναχώρησης και άρθρο 18 παράγραφος 3 σχετικά με την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών μετά από λύση λόγω μη παράδοσης. Άρθρα 904 επ. του ελληνικού Αστικού Κώδικα περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπου εφαρμόζονται.
167. Ηλεκτρονική λειτουργία υπαναχώρησης μέσω της ιστοσελίδας
Όταν η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί εξ αποστάσεως συμβάσεων και έχει συναφθεί μέσω διαδικτυακής διεπαφής, ο Πωλητής οφείλει να διαθέτει την ηλεκτρονική λειτουργία υπαναχώρησης που προβλέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η λειτουργία πρέπει να επιτρέπει στον καταναλωτή να γνωστοποιεί ηλεκτρονικά την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη συγκεκριμένη σύμβαση, χωρίς να απαιτείται η χρήση δυσανάλογων τεχνικών ή διαδικαστικών μέσων.
Η δυνατότητα υπαναχώρησης πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμη και εμφανής στη διαδικτυακή διεπαφή κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου άσκησης του δικαιώματος.
Η ηλεκτρονική διαδικασία πρέπει να επιτρέπει στον καταναλωτή να παρέχει ή να επιβεβαιώνει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αναγνώριση της συγκεκριμένης σύμβασης και την αποστολή της αντίστοιχης επιβεβαίωσης.
Ο Πωλητής οφείλει να παρέχει σαφή λειτουργία οριστικής επιβεβαίωσης της υποβολής της δήλωσης υπαναχώρησης, σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου.
Η ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής διαδικασίας δεν μπορεί να εξαρτάται από μη προβλεπόμενη υποχρεωτική τηλεφωνική επικοινωνία, προσωπική παρουσία ή άλλη διαδικασία που καθιστά δυσανάλογα δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος.
Η ύπαρξη ηλεκτρονικής λειτουργίας υπαναχώρησης δεν αποκλείει τους άλλους νόμιμους τρόπους δήλωσης της απόφασης του καταναλωτή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 11α της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2673. Οι σχετικές εθνικές διατάξεις εφαρμογής προβλέπεται να εφαρμόζονται από τις 19 Ιουνίου 2026.
168. Μερική ακυρότητα και διατήρηση των λοιπών συμβατικών διατάξεων
Σε περίπτωση κατά την οποία συγκεκριμένη διάταξη των παρόντων Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων κριθεί άκυρη, καταχρηστική ή μη εφαρμοστέα, οι συνέπειες της κρίσης αυτής ως προς την υπόλοιπη σύμβαση καθορίζονται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η ακυρότητα συγκεκριμένης διάταξης δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επικαλείται γενική ρήτρα μερικής ακυρότητας προκειμένου να διατηρήσει αποτελέσματα που προκύπτουν από καταχρηστικό όρο ή να υποκαταστήσει μονομερώς μια άκυρη διάταξη με άλλη που επιβάλλει αντίστοιχο μη νόμιμο περιορισμό στον Πελάτη.
Οι συμβατικές υποχρεώσεις που εξακολουθούν να ισχύουν μετά την αντιμετώπιση συγκεκριμένης άκυρης διάταξης εκπληρώνονται σύμφωνα με την υπόλοιπη νόμιμη συμφωνία και τις εφαρμοστέες υποχρεωτικές διατάξεις.
Η παρούσα πρόβλεψη δεν περιορίζει τη δυνατότητα του Πελάτη να αμφισβητήσει τη νομιμότητα άλλων συμβατικών όρων ούτε προκαθορίζει τις συνέπειες που μπορεί να έχει η ακυρότητα συγκεκριμένης διάταξης για την ισχύ ολόκληρης της σύμβασης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, ενώ η σύμβαση μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει εφόσον είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς αυτές.
169. Ταυτοποίηση προϊόντων και χρήση εμπορικών κωδικών
Κάθε προϊόν που παρουσιάζεται στον ηλεκτρονικό κατάλογο πρέπει να μπορεί να ταυτοποιείται με επαρκή σαφήνεια, ώστε ο Πελάτης να γνωρίζει ποιο συγκεκριμένο αγαθό αγοράζει και να μπορεί να διακρίνει τις διαφορετικές εκδόσεις ή παραλλαγές του.
Για τον σκοπό αυτό, η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί εμπορικές ονομασίες, κωδικούς κατασκευαστή, εσωτερικούς κωδικούς αποθέματος, αριθμούς αναγνώρισης προϊόντων και άλλα στοιχεία που εξυπηρετούν την ορθή παρουσίαση και τη διαχείριση των αγαθών.
Οι εσωτερικοί κωδικοί που χρησιμοποιούνται από το πληροφοριακό σύστημα της επιχείρησης αποσκοπούν στην οργάνωση του καταλόγου, την παρακολούθηση αποθεμάτων και την αντιστοίχιση των προϊόντων με συγκεκριμένες παραγγελίες.
Η χρήση διαφορετικού εσωτερικού κωδικού για το ίδιο προϊόν σε περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα δεν συνεπάγεται αυτομάτως διαφοροποίηση των πραγματικών χαρακτηριστικών του αγαθού ούτε δημιουργεί δικαίωμα αντικατάστασής του με διαφορετικό προϊόν.
Όπου απαιτείται από την εφαρμοστέα νομοθεσία, η παρουσίαση και η συνοδευτική τεκμηρίωση του προϊόντος περιλαμβάνουν τις αναγκαίες πληροφορίες αναγνώρισης και ιχνηλασιμότητας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 19 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με την ταυτοποίηση προϊόντων στις εξ αποστάσεως προσφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του· άρθρο 6 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ σχετικά με την περιγραφή, το είδος και την ποσότητα των συμφωνημένων αγαθών.
170. Τροποποίηση, αναθεώρηση και χρονική ισχύς των Γενικών Όρων
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα να αναθεωρεί και να τροποποιεί τους παρόντες Γενικούς Όρους και Προϋποθέσεις, όταν αυτό απαιτείται για την προσαρμογή της λειτουργίας του ηλεκτρονικού καταστήματος σε μεταβολές της νομοθεσίας, των διαθέσιμων υπηρεσιών, των εμπορικών διαδικασιών ή άλλων πραγματικών συνθηκών.
Κάθε νέα έκδοση των όρων δημοσιεύεται με τρόπο που επιτρέπει στους επισκέπτες και στους Πελάτες να ενημερώνονται για το περιεχόμενό της πριν από την πραγματοποίηση νέας συναλλαγής.
Οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά τη θέση τους σε ισχύ, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί νόμιμα διαφορετικά ή προκύπτει άλλη συνέπεια από υποχρεωτική νομοθετική διάταξη.
Η μεταγενέστερη τροποποίηση των όρων δεν παρέχει στον Πωλητή δικαίωμα να μεταβάλλει μονομερώς τη συμφωνημένη τιμή, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των προϊόντων, τον χρόνο παράδοσης ή άλλα βασικά στοιχεία ήδη συναφθείσας σύμβασης, πέραν των περιπτώσεων στις οποίες τέτοια μεταβολή επιτρέπεται νόμιμα.
Ο Πωλητής οργανώνει κατάλληλη διαδικασία διατήρησης των προηγούμενων εκδόσεων, ώστε να είναι δυνατή η εξακρίβωση των συμβατικών όρων που εφαρμόζονταν σε συγκεκριμένη παραγγελία.
Η συνέχιση της απλής περιήγησης στην ιστοσελίδα μετά τη δημοσίευση νέας έκδοσης δεν θεωρείται αυτομάτως αποδοχή ουσιώδους τροποποίησης ήδη συναφθείσας σύμβασης, όταν απαιτείται ιδιαίτερη νόμιμη συμφωνία των μερών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 3 και 6 και Παράρτημα της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με την αντιμετώπιση καταχρηστικών συμβατικών ρητρών και των όρων που επιτρέπουν μονομερείς μεταβολές συμβάσεων.
171. Έναρξη και υπολογισμός της νόμιμης προθεσμίας υπαναχώρησης
Για τις συνήθεις εξ αποστάσεως συμβάσεις πώλησης αγαθών, η προθεσμία υπαναχώρησης είναι, κατά κανόνα, δεκατέσσερις ημέρες και υπολογίζεται σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον συγκεκριμένο τύπο συναλλαγής.
Στην περίπτωση πώλησης αγαθών, η προθεσμία αρχίζει, κατά κανόνα, από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή τρίτο πρόσωπο που έχει οριστεί από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών.
Η ημερομηνία υποβολής της παραγγελίας, η ημερομηνία πραγματοποίησης της πληρωμής ή η ημερομηνία παράδοσης του δέματος στον μεταφορέα δεν αποτελούν αυτομάτως την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας υπαναχώρησης από τη συνήθη σύμβαση πώλησης αγαθών.
Όταν εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις για περισσότερα αγαθά, χωριστές παραδόσεις ή τμηματικές αποστολές, η προθεσμία υπολογίζεται σύμφωνα με τους αντίστοιχους ειδικούς κανόνες.
Ο Πωλητής οφείλει να παρέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
Εάν ο Πωλητής δεν παράσχει την υποχρεωτική ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται οι ειδικές συνέπειες παράτασης της προθεσμίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Η επιχείρηση δεν δύναται να περιορίζει αυθαίρετα την προθεσμία υπαναχώρησης υπολογίζοντάς την από προγενέστερο γεγονός όταν ο νόμος προβλέπει διαφορετικό χρόνο έναρξης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο η΄, 9 και 10 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
172. Φορολογική αντιμετώπιση διασυνοριακών πωλήσεων, ενδοκοινοτικές εξ αποστάσεως συναλλαγές και διατήρηση οικονομικών αρχείων
Η φορολογική αντιμετώπιση των προϊόντων που πωλούνται μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος προσδιορίζεται σύμφωνα με τον πραγματικό Πωλητή, την ιδιότητα του αγοραστή, τη φύση των αγαθών, τον τόπο από τον οποίο πραγματοποιείται η αποστολή και τον τελικό προορισμό της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Όταν η επιχείρηση πραγματοποιεί ενδοκοινοτικές εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών προς καταναλωτές άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξετάζει τους κανόνες που προσδιορίζουν τον τόπο φορολόγησης της συναλλαγής και την εφαρμοστέα υποχρέωση απόδοσης ΦΠΑ.
Η δυνατότητα χρήσης του ειδικού καθεστώτος One Stop Shop (OSS) εξετάζεται σύμφωνα με τις πραγματικές προϋποθέσεις υπαγωγής της επιχείρησης και τις συναλλαγές που καλύπτονται από το συγκεκριμένο καθεστώς.
Η ύπαρξη ηλεκτρονικού καταστήματος σε συγκεκριμένη γλώσσα ή η χρήση διαδικτυακής διεύθυνσης με κατάληξη άλλης χώρας δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο προσδιορισμού της φορολογικής μεταχείρισης της συγκεκριμένης πώλησης.
Η επιχείρηση οφείλει να παρακολουθεί τις πραγματικές διασυνοριακές συναλλαγές της και να εξετάζει την εφαρμογή των αντίστοιχων ορίων, εξαιρέσεων και ειδικών φορολογικών διαδικασιών, με βάση τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τον συγκεκριμένο φορολογικό φορέα.
Όταν τα αγαθά αποστέλλονται από τρίτη χώρα προς καταναλωτή εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επιχείρηση εξετάζει χωριστά τις τελωνειακές και φορολογικές υποχρεώσεις που συνδέονται με την εισαγωγή και την αντίστοιχη εμπορική συναλλαγή.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί κεντρικό πληροφοριακό σύστημα για την καταχώριση των παραγγελιών, των πληρωμών, των φορολογικών στοιχείων, των πραγματικών χωρών παράδοσης και των λοιπών πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών του.
Η επιχείρηση οφείλει να διατηρεί τα απαιτούμενα οικονομικά και φορολογικά αρχεία για τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται από τις εφαρμοστέες διατάξεις, διασφαλίζοντας την κατάλληλη προστασία των προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αυτά.
Η χρήση κεντρικού συστήματος διαχείρισης για περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα δεν απαλλάσσει κάθε πραγματικό φορολογικό φορέα από τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τις δικές του συναλλαγές.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 33 και 59γ της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με τον τόπο φορολόγησης και τις ειδικές προϋποθέσεις του ενωσιακού ορίου των 10.000 ευρώ, καθώς και άρθρα 369α–369ια της ίδιας Οδηγίας για το ενωσιακό ειδικό καθεστώς OSS. Άρθρα 242–244 σχετικά με την τήρηση οικονομικών και φορολογικών στοιχείων.
173. Επιστροφή, εξαγωγή και διαγραφή δεδομένων μετά τη λήξη συνεργασίας με τεχνικό πάροχο
Όταν η επιχείρηση αναθέτει σε τρίτο πάροχο τη φιλοξενία, τη διαχείριση ή την επεξεργασία δεδομένων που συνδέονται με τη λειτουργία του ηλεκτρονικού καταστήματος, οφείλει να καθορίζει τις αντίστοιχες συμβατικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τον πραγματικό ρόλο των εμπλεκόμενων μερών.
Εφόσον ο πάροχος ενεργεί ως εκτελών την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λογαριασμό της επιχείρησης, εφαρμόζονται οι απαιτήσεις του άρθρου 28 του ΓΚΠΔ.
Η σχετική συμφωνία πρέπει να καθορίζει, μεταξύ άλλων, τις υποχρεώσεις του παρόχου κατά τη λήξη της συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής ή διαγραφής των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις και τις εντολές του υπευθύνου επεξεργασίας.
Η επιχείρηση δύναται να προβλέπει επιπλέον συμβατικές διαδικασίες εξαγωγής των εμπορικών δεδομένων, του καταλόγου προϊόντων, των αρχείων περιεχομένου και των λοιπών πληροφοριών που ανήκουν νόμιμα στην επιχειρησιακή της υποδομή.
Η διαγραφή δεδομένων δεν πραγματοποιείται κατά παράβαση υποχρεωτικής νόμιμης υποχρέωσης διατήρησης.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 28 παράγραφος 3 στοιχείο ζ΄ του ΓΚΠΔ σχετικά με την επιστροφή ή διαγραφή προσωπικών δεδομένων μετά το τέλος της παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας.
174. Περιορισμοί διαφήμισης, εμπορικής προώθησης και παρουσίασης προϊόντων
Η νομιμότητα της πώλησης συγκεκριμένου αγαθού δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι επιτρέπεται κάθε μορφή διαφήμισης, εμπορικής προώθησης ή προβολής του μέσω της ιστοσελίδας, των μηχανών αναζήτησης, των κοινωνικών δικτύων ή τρίτων ηλεκτρονικών πλατφορμών.
Ο Πωλητής οφείλει να διακρίνει τη συνήθη εμπορική παρουσίαση που είναι αναγκαία για την αναγνώριση ενός προϊόντος από τις ειδικές διαφημιστικές πρακτικές που μπορεί να υπόκεινται σε πρόσθετους νόμιμους περιορισμούς.
Όταν συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων υπόκειται σε ιδιαίτερους κανόνες διαφήμισης, η επιχείρηση εξετάζει τις επιτρεπόμενες μορφές παρουσίασης, τις σχετικές προειδοποιήσεις και τους περιορισμούς που εφαρμόζονται στην αντίστοιχη αγορά.
Η χρήση μεταφρασμένου περιεχομένου, διαφορετικού domain ή υπηρεσιών διαφήμισης που παρέχονται από τρίτη χώρα δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την πραγματική εμπορική δραστηριότητα και το κοινό στο οποίο αυτή απευθύνεται.
Η εμπορική επικοινωνία πρέπει επίσης να αποφεύγει ανακριβείς ισχυρισμούς για τη φύση, τη σύνθεση, την ασφάλεια ή τις ιδιότητες προϊόντων, καθώς και τη δημιουργία παραπλανητικής εντύπωσης σχετικά με επίσημες εγκρίσεις ή εμπορικές συνεργασίες.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα νόμιμης ενημέρωσης των πελατών της για τα προϊόντα που διαθέτει, στον βαθμό που η συγκεκριμένη παρουσίαση επιτρέπεται από τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο προϊόν, στη μορφή επικοινωνίας και στην αγορά προορισμού.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και οι ειδικές διατάξεις περί διαφήμισης των κατηγοριών προϊόντων που εμπίπτουν στο αντίστοιχο κανονιστικό πλαίσιο.
175. Διατήρηση αποδεικτικών συμμόρφωσης, προστασία της νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας και αντιμετώπιση αδικαιολόγητων περιορισμών
Ο Πωλητής διατηρεί τη δυνατότητα να προστατεύει τη νόμιμη επιχειρηματική του δραστηριότητα και να αξιοποιεί τα προβλεπόμενα μέσα αμφισβήτησης αποφάσεων ή ενεργειών που ενδέχεται να περιορίζουν αδικαιολόγητα την πρόσβαση στις υπηρεσίες ή τη διάθεση των προϊόντων του.
Η επιχείρηση δύναται να οργανώνει αρχείο τεκμηρίωσης των πραγματικών μέτρων συμμόρφωσης που εφαρμόζει, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων προέλευσης προϊόντων, των σχετικών παραστατικών, των πληροφοριών ασφάλειας, των νόμιμων αδειών χρήσης εμπορικού περιεχομένου και των εγγράφων που τεκμηριώνουν τη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
Όταν λαμβάνεται ειδοποίηση από διαδικτυακή πλατφόρμα, πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας ή άλλο αρμόδιο φορέα σχετικά με ενδεχόμενη παραβίαση νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, ο Πωλητής δύναται να εξετάζει το πραγματικό περιεχόμενο της ειδοποίησης και να παρέχει τα κατάλληλα στοιχεία μέσω των διαθέσιμων διαδικασιών.
Η επιχείρηση δύναται να ζητεί τη νόμιμη επανεξέταση συγκεκριμένου περιορισμού όταν διαθέτει πραγματικά στοιχεία που υποστηρίζουν ότι η σχετική απόφαση βασίστηκε σε ανακριβή πληροφορία, εσφαλμένη ταξινόμηση προϊόντος ή άλλη πλημμελή αξιολόγηση.
Η ύπαρξη δικαιώματος αμφισβήτησης δεν δημιουργεί γενική ασυλία της επιχείρησης έναντι νόμιμων περιορισμών ούτε επιτρέπει την παράκαμψη δεσμευτικών αποφάσεων αρμόδιων αρχών.
Ο Πωλητής οφείλει να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές και τους αντίστοιχους παρόχους υπηρεσιών όταν αυτό απαιτείται νόμιμα, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων διοικητικής ή δικαστικής προστασίας που του αναγνωρίζονται.
Η τεκμηρίωση της συμμόρφωσης πρέπει να ανταποκρίνεται στα πραγματικά μέτρα που έχουν εφαρμοστεί και να μην περιορίζεται σε γενικές δηλώσεις της ιστοσελίδας οι οποίες δεν αντιστοιχούν στην πραγματική λειτουργία της επιχείρησης.
Η προστασία της νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας επιδιώκεται μέσω ακριβούς τεκμηρίωσης, πραγματικής συμμόρφωσης, νόμιμης αμφισβήτησης συγκεκριμένων περιορισμών και άσκησης των διαθέσιμων δικαιωμάτων, χωρίς να περιορίζονται οι υποχρεώσεις έναντι καταναλωτών, τρίτων δικαιούχων ή αρμόδιων αρχών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 16, 17, 20 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, στον βαθμό που εφαρμόζονται στον αντίστοιχο πάροχο και στη συγκεκριμένη απόφαση, καθώς και άρθρα 4 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1150 για καλυπτόμενες υπηρεσίες διαδικτυακής διαμεσολάβησης.
176. Πληρωμές με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα και ασφάλεια της ηλεκτρονικής συναλλαγής
Όταν ο Πελάτης επιλέγει την πληρωμή με χρεωστική, πιστωτική ή άλλη αποδεκτή κάρτα πληρωμών, η οικονομική συναλλαγή πραγματοποιείται μέσω της αντίστοιχης υπηρεσίας πληρωμών που υποστηρίζεται από το ηλεκτρονικό κατάστημα.
Ο Πωλητής δύναται να συνεργάζεται με αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για την αποδοχή και επεξεργασία των ηλεκτρονικών πληρωμών. Η συμμετοχή των παρόχων αυτών δεν μεταβάλλει αυτομάτως την ταυτότητα του πραγματικού Πωλητή ούτε καταργεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αγοράς των αγαθών.
Κατά την πραγματοποίηση της συναλλαγής ενδέχεται να απαιτείται πρόσθετη διαδικασία ταυτοποίησης ή επιβεβαίωσης από τον αντίστοιχο πάροχο, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις ασφαλείας. Η διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση ειδικών μηχανισμών επιβεβαίωσης της συναλλαγής, με σκοπό την εξακρίβωση της εξουσιοδότησης της πληρωμής.
Ο Πωλητής οφείλει να οργανώνει τη διασύνδεση του ηλεκτρονικού καταστήματος με τις υπηρεσίες πληρωμών κατά τρόπο που περιορίζει τον κίνδυνο μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, αλλοίωσης των στοιχείων της συναλλαγής ή έκθεσης προσωπικών δεδομένων.
Η χρήση εξωτερικής υπηρεσίας πληρωμών δεν δικαιολογεί τη συλλογή ή αποθήκευση από τον Πωλητή περισσότερων οικονομικών δεδομένων από εκείνα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των πραγματικών συμβατικών, λογιστικών και νόμιμων υποχρεώσεών του.
Η επιχείρηση δεν πρέπει να ζητά από τον Πελάτη να γνωστοποιήσει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απλής φόρμας επικοινωνίας ή άλλου μη κατάλληλου μέσου τους προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης του τραπεζικού λογαριασμού του ή τους μυστικούς κωδικούς επιβεβαίωσης της κάρτας του.
Η επιτυχής εξουσιοδότηση μιας πληρωμής δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η αντίστοιχη παραγγελία έχει παραδοθεί ή ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι λοιπές υποχρεώσεις του Πωλητή. Η οικονομική συναλλαγή και η εκτέλεση της σύμβασης αγοράς αποτελούν διακριτές διαδικασίες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη παραγγελία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 64 και 97 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, σχετικά με τη συναίνεση για την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής και την ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη. Άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, σχετικά με την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας κατά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
177. Ανάλογη μείωση του τιμήματος λόγω έλλειψης συμμόρφωσης
Όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ο καταναλωτής δικαιούται ανάλογη μείωση του τιμήματος σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών.
Η μείωση πρέπει να ανταποκρίνεται στη μείωση της αξίας του αγαθού που παρέλαβε ο καταναλωτής σε σύγκριση με την αξία που θα είχε το αγαθό εάν ανταποκρινόταν στη σύμβαση.
Ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει την πραγματική φύση και έκταση της έλλειψης συμμόρφωσης, χωρίς να εφαρμόζει αυθαίρετο ποσοστό μείωσης που δεν συνδέεται με τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η δυνατότητα μείωσης του τιμήματος δεν περιορίζεται αυτομάτως στην περίπτωση κατά την οποία ο Πωλητής επιθυμεί να χορηγήσει εμπορική έκπτωση.
Πρόκειται για νόμιμο μέσο αποκατάστασης, το οποίο εφαρμόζεται υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
Όταν το τίμημα έχει ήδη εξοφληθεί, η αντίστοιχη οικονομική αποκατάσταση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις νόμιμες συνέπειες της συγκεκριμένης μείωσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 και 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
178. Χρόνος προετοιμασίας παραγγελίας, διαδικασία συσκευασίας και έναρξη της αποστολής
Μετά τη σύναψη της σύμβασης και την εκπλήρωση των συμφωνημένων προϋποθέσεων πληρωμής, ο Πωλητής οργανώνει την προετοιμασία των παραγγελθέντων προϊόντων και τις αναγκαίες διαδικασίες για την πραγματοποίηση της αποστολής.
Η προετοιμασία μπορεί να περιλαμβάνει τον έλεγχο της πραγματικής διαθεσιμότητας, την αντιστοίχιση των προϊόντων με τη συγκεκριμένη παραγγελία, τον έλεγχο των ποσοτήτων, τη συσκευασία, την έκδοση των απαιτούμενων παραστατικών και την παράδοση του δέματος στον επιλεγμένο μεταφορέα.
Ο χρόνος προετοιμασίας πρέπει να διακρίνεται από τον χρόνο φυσικής μεταφοράς, όταν η διάκριση αυτή είναι αναγκαία για την ορθή ενημέρωση του Πελάτη σχετικά με τον πραγματικό χρόνο παράδοσης.
Όταν η εκτέλεση της παραγγελίας εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα εξωτερικού προμηθευτή, η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες προμήθειας κατά τον καθορισμό της συμφωνημένης προθεσμίας.
Η ύπαρξη εσωτερικής διαδικασίας προετοιμασίας δεν παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα απεριόριστης παράτασης της παράδοσης. Ο χρόνος που απαιτείται για τη συγκέντρωση και τη συσκευασία των προϊόντων πρέπει να συνυπολογίζεται στην εκπλήρωση της συμφωνημένης συμβατικής υποχρέωσης.
Εάν προκύψει περιστατικό που επηρεάζει ουσιωδώς τη δυνατότητα έγκαιρης εκτέλεσης, ο Πωλητής εξετάζει την ανάγκη ενημέρωσης του Πελάτη και τις συνέπειες που προβλέπονται από τη σύμβαση και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και άρθρο 18 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Η οδηγία προβλέπει παράδοση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικός χρόνος, εντός 30 ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.
179. Στοιχεία διεύθυνσης παράδοσης και ορθή εκτέλεση της αποστολής
Ο Πελάτης παρέχει κατά τη διαδικασία παραγγελίας τα στοιχεία παράδοσης που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της συμφωνημένης αποστολής, σύμφωνα με τις πραγματικά διαθέσιμες υπηρεσίες μεταφοράς και τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η διεύθυνση παράδοσης πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αναγνώριση του προορισμού, την επικοινωνία με τον παραλήπτη και την ολοκλήρωση της παράδοσης μέσω της επιλεγμένης υπηρεσίας μεταφοράς.
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου της πληρότητας των στοιχείων παράδοσης, ώστε να περιορίζονται τα σφάλματα καταχώρισης που μπορούν να προκαλέσουν καθυστέρηση, ανεπιτυχή παράδοση ή επιστροφή του δέματος.
Όταν διαπιστώνεται ότι συγκεκριμένο στοιχείο είναι ελλιπές ή εμφανώς ανακριβές, η επιχείρηση μπορεί να επικοινωνεί με τον Πελάτη για την αναγκαία διευκρίνιση πριν από την εκτέλεση της αποστολής.
Εφόσον ο Πελάτης ζητήσει μεταβολή της διεύθυνσης παράδοσης μετά την υποβολή της παραγγελίας, η δυνατότητα πραγματοποίησης της αλλαγής εξετάζεται με βάση το στάδιο εκτέλεσης της συναλλαγής, τις πραγματικές δυνατότητες του μεταφορέα και τις εφαρμοστέες συμβατικές υποχρεώσεις.
Σε περίπτωση που η παράδοση επηρεαστεί από ανακριβή στοιχεία τα οποία παρείχε ο Πελάτης, οι συνέπειες εξετάζονται με βάση την πραγματική αιτία του προβλήματος, τις ενέργειες των συμβαλλομένων και τις υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η ύπαρξη λανθασμένης διεύθυνσης δεν επιτρέπει στον Πωλητή να αποδίδει αυτομάτως στον Πελάτη κάθε απώλεια ή καθυστέρηση, όταν το πρόβλημα οφείλεται σε διαφορετική αιτία ή σε παράβαση υποχρέωσης που βαρύνει τον ίδιο τον Πωλητή.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τους όρους παράδοσης, την εκπλήρωση της υποχρέωσης παράδοσης και τη μεταβίβαση κινδύνου.
180. Έλεγχος εμπορικών περιγραφών που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη
Ο Πωλητής δύναται να χρησιμοποιεί εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία, τη μετάφραση, την επεξεργασία και την προσαρμογή εμπορικών περιγραφών προϊόντων.
Η χρήση των εργαλείων αυτών δεν απαλλάσσει την επιχείρηση από την υποχρέωση παροχής ακριβών, σαφών και μη παραπλανητικών πληροφοριών στον Πελάτη.
Πριν από τη δημοσίευση, οι ουσιώδεις πληροφορίες που δημιουργούνται ή τροποποιούνται αυτοματοποιημένα πρέπει να ελέγχονται κατάλληλα σε σχέση με τα πραγματικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προϊόντος.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση, τις διαστάσεις, την ποσότητα, τη χώρα προέλευσης, την ασφάλεια, τις πιστοποιήσεις και τη συμβατότητα των αγαθών.
Ο Πωλητής δεν δύναται να χρησιμοποιεί ισχυρισμούς που δημιουργήθηκαν από αυτοματοποιημένο σύστημα ως ανεξάρτητη απόδειξη ότι συγκεκριμένο προϊόν διαθέτει πιστοποίηση ή χαρακτηριστικό το οποίο δεν έχει επιβεβαιωθεί πραγματικά.
Εάν διαπιστωθεί ότι δημοσιευμένη περιγραφή περιέχει ουσιώδες σφάλμα, η επιχείρηση εξετάζει τη διόρθωσή της και τις συνέπειες για τις συναλλαγές που έχουν επηρεαστεί.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ και άρθρα 6–7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
181. Εκπτωτικά κουπόνια, κωδικοί προσφορών και όροι εξαργύρωσης
Ο Πωλητής δύναται να παρέχει εκπτωτικά κουπόνια, ηλεκτρονικούς κωδικούς προσφορών ή άλλα μέσα παροχής συγκεκριμένου εμπορικού οφέλους, εφόσον η σχετική προωθητική ενέργεια είναι νόμιμη για το προϊόν και τη συναλλαγή στην οποία εφαρμόζεται.
Οι προϋποθέσεις εξαργύρωσης πρέπει να γνωστοποιούνται με σαφήνεια και να επιτρέπουν στον Πελάτη να γνωρίζει την πραγματική αξία της παρεχόμενης έκπτωσης, τη διάρκεια ισχύος της και τους ενδεχόμενους περιορισμούς που συνδέονται με την αξιοποίησή της.
Εφόσον συγκεκριμένος κωδικός ισχύει μόνο για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, συγκεκριμένη αξία παραγγελίας ή περιορισμένο αριθμό χρήσεων, οι αντίστοιχες προϋποθέσεις πρέπει να παρουσιάζονται κατάλληλα πριν από την ολοκλήρωση της αγοράς.
Η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί τεχνικούς μηχανισμούς ελέγχου της εγκυρότητας των κουπονιών, ώστε να αποτρέπεται η χρήση ληγμένων, μη έγκυρων ή ήδη εξαργυρωμένων κωδικών.
Σε περίπτωση τεχνικού σφάλματος που επηρεάζει την ορθή εφαρμογή μιας προσφοράς, ο Πωλητής εξετάζει τη συγκεκριμένη συναλλαγή με βάση τους όρους της προσφοράς, την πραγματική κατάσταση της παραγγελίας και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η δυνατότητα ακύρωσης ή περιορισμού ενός εκπτωτικού προγράμματος για μελλοντικές συναλλαγές δεν παρέχει γενικό δικαίωμα μονομερούς μεταβολής της συμφωνημένης τιμής ήδη συναφθείσας σύμβασης.
Η ύπαρξη γενικών όρων χρήσης κουπονιών δεν επιτρέπει την επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών ή πρόσθετων χρεώσεων που δεν είχαν γνωστοποιηθεί κατάλληλα στον Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με την ακρίβεια των εμπορικών πληροφοριών, και άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την ενημέρωση για το συνολικό τίμημα της συναλλαγής.
182. Λύση της σύμβασης λόγω έλλειψης συμμόρφωσης και επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος
Ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει τη λύση της σύμβασης πώλησης όταν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία λόγω έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών.
Η λύση μπορεί να δικαιολογείται, κατά περίπτωση, όταν ο Πωλητής δεν έχει πραγματοποιήσει την απαιτούμενη αποκατάσταση, όταν η έλλειψη συμμόρφωσης εξακολουθεί να υφίσταται παρά την προσπάθεια αποκατάστασης ή όταν η σοβαρότητα της έλλειψης δικαιολογεί την άμεση άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος.
Η επιχείρηση εξετάζει τις πραγματικές περιστάσεις και τις ειδικές προϋποθέσεις που καθορίζουν τη δυνατότητα λύσης.
Όταν η σύμβαση λύεται νόμιμα, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις επιστροφής των αγαθών και του καταβληθέντος τιμήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο Πωλητής δεν δύναται να αντικαθιστά μονομερώς την οφειλόμενη χρηματική επιστροφή με εκπτωτικό κουπόνι ή πιστωτικό υπόλοιπο όταν ο καταναλωτής δικαιούται διαφορετική αποκατάσταση.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα να αμφισβητεί αίτημα λύσης όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, με βάση συγκεκριμένα πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 παράγραφοι 4–5 και 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
183. Επιστροφή εμπορευμάτων από τελωνειακή αρχή και αντιμετώπιση μη επιτρεπόμενης εισαγωγής
Εάν συγκεκριμένη διεθνής αποστολή επιστραφεί, δεσμευθεί ή δεν επιτραπεί να εισαχθεί στη χώρα προορισμού, ο Πωλητής εξετάζει την πραγματική αιτία του περιστατικού και τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η αντιμετώπιση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το εάν το πρόβλημα οφείλεται σε απαγόρευση εισαγωγής, ελλιπή τελωνειακά έγγραφα, ανακριβείς πληροφορίες ή παράλειψη υποχρέωσης που βαρύνει συγκεκριμένο συμβαλλόμενο μέρος.
Η επιχείρηση δύναται να συνεργάζεται με τον μεταφορέα, τον τελωνειακό αντιπρόσωπο και τις αρμόδιες αρχές για την εξακρίβωση της κατάστασης των αγαθών και των νόμιμων επιλογών αντιμετώπισης.
Σε επαγγελματικές συναλλαγές, η κατανομή των πρόσθετων εξόδων εξετάζεται σύμφωνα με την ειδική εμπορική συμφωνία και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Σε καταναλωτικές συναλλαγές δεν επιτρέπεται η γενική μετακύλιση κάθε οικονομικής συνέπειας στον Πελάτη ανεξάρτητα από τις πραγματικές υποχρεώσεις του Πωλητή.
Νομοθετική βάση: Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 και άρθρα 6 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, κατά τον βαθμό που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
184. Αποδεικτικά παράδοσης και αξιολόγηση της πραγματικής παραλαβής
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί τα νόμιμα διαθέσιμα στοιχεία που συνδέονται με την εκτέλεση της αποστολής, ώστε να είναι δυνατή η διερεύνηση περιστατικών απώλειας, αμφισβητούμενης παράδοσης ή άλλης πλημμέλειας κατά τη μεταφορά.
Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τον αριθμό αποστολής, την ημερομηνία παράδοσης στον μεταφορέα, τις διαθέσιμες πληροφορίες παρακολούθησης και τα αντίστοιχα αποδεικτικά παραλαβής.
Η ύπαρξη ηλεκτρονικής ένδειξης παράδοσης, υπογραφής ή άλλου στοιχείου που παρέχεται από τον μεταφορέα αξιολογείται σύμφωνα με τις πραγματικές συνθήκες και δεν θεωρείται αυτομάτως αμάχητη απόδειξη εκπλήρωσης της σύμβασης.
Εάν ο Πελάτης δηλώσει ότι δεν παρέλαβε την παραγγελία του, ο Πωλητής εξετάζει τη συγκεκριμένη αναφορά και τα διαθέσιμα στοιχεία, χωρίς να απορρίπτει αυτομάτως το αίτημα αποκλειστικά λόγω της ηλεκτρονικής κατάστασης του δέματος.
Η επιχείρηση δύναται να ζητεί από τον μεταφορέα πρόσθετες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση, στον βαθμό που η παροχή και επεξεργασία τους επιτρέπεται νόμιμα.
Όταν διαπιστώνεται ότι η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη σύμβαση, εφαρμόζονται τα αντίστοιχα δικαιώματα του Πελάτη και οι υποχρεώσεις του Πωλητή.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ και άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, κατά τον βαθμό που τα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα.
185. Μερική διαθεσιμότητα προϊόντων και δυνατότητα τμηματικής εκτέλεσης παραγγελίας
Όταν συγκεκριμένη παραγγελία περιλαμβάνει περισσότερα προϊόντα και διαπιστώνεται ότι ορισμένα από αυτά δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, ο Πωλητής εξετάζει τη δυνατότητα εκτέλεσης της συναλλαγής σύμφωνα με την πραγματική διαθεσιμότητα και τους όρους που έχουν συμφωνηθεί με τον Πελάτη.
Η επιχείρηση δύναται να προτείνει τμηματική παράδοση, χωριστή αποστολή των διαθέσιμων προϊόντων ή μεταγενέστερη παράδοση των υπολοίπων, εφόσον η σχετική διαδικασία συμφωνείται νόμιμα και δεν μεταβάλλει αυθαίρετα τις ουσιώδεις υποχρεώσεις της συναλλαγής.
Όταν η τμηματική παράδοση προβλεπόταν ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης, η εκτέλεσή της πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που είχαν γνωστοποιηθεί στον Πελάτη και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εάν η τμηματική παράδοση προτείνεται για πρώτη φορά μετά τη σύναψη της σύμβασης, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει εάν απαιτείται ιδιαίτερη συμφωνία του Πελάτη για τη σχετική μεταβολή.
Η επιχείρηση δεν δύναται να επιβάλλει πρόσθετα έξοδα μεταφοράς αποκλειστικά και μόνο επειδή η ίδια αποφάσισε να αποστείλει χωριστά τα προϊόντα μιας παραγγελίας, όταν τα πρόσθετα έξοδα δεν προβλέπονται νόμιμα από τη συμφωνία.
Η τμηματική εκτέλεση δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την υποχρέωση παράδοσης των υπολοίπων συμφωνημένων αγαθών εντός των εφαρμοστέων προθεσμιών.
Εφόσον η σύμβαση λυθεί νόμιμα ως προς συγκεκριμένα αγαθά, οι συνέπειες για τα υπόλοιπα προϊόντα εξετάζονται με βάση τη φύση της συναλλαγής, τη δυνατότητα διατήρησης της υπόλοιπης συμφωνίας και τις σχετικές υποχρεωτικές διατάξεις.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση και την παράδοση. Άρθρο 16 παράγραφος 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, όπου η λύση της σύμβασης συνδέεται με έλλειψη συμμόρφωσης συγκεκριμένων αγαθών.
186. Διαθεσιμότητα προϊόντων και ακρίβεια των πληροφοριών αποθέματος
Οι πληροφορίες διαθεσιμότητας που εμφανίζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο αποσκοπούν στην ενημέρωση του Πελάτη σχετικά με τη δυνατότητα παραγγελίας και παράδοσης των προσφερόμενων αγαθών. Ο Πωλητής μεριμνά ώστε οι σχετικές ενδείξεις να ανταποκρίνονται, κατά το δυνατόν, στα πραγματικά στοιχεία αποθέματος και στις διαθέσιμες πληροφορίες των προμηθευτών του.
Η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί κεντρικά πληροφοριακά συστήματα διαχείρισης προϊόντων, αυτοματοποιημένες ενημερώσεις αποθεμάτων, ηλεκτρονικές διασυνδέσεις με προμηθευτές και άλλες κατάλληλες τεχνικές διαδικασίες για την παρακολούθηση της διαθεσιμότητας των αγαθών που προσφέρονται προς πώληση.
Όταν συγκεκριμένο προϊόν δεν βρίσκεται σε φυσικό απόθεμα του Πωλητή, αλλά η διαθεσιμότητά του εξαρτάται από τρίτο προμηθευτή, η αντίστοιχη εμπορική παρουσίαση πρέπει να οργανώνεται κατά τρόπο που δεν δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση σχετικά με τη δυνατότητα άμεσης παράδοσής του.
Η προσθήκη προϊόντος στο ηλεκτρονικό καλάθι δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δέσμευση συγκεκριμένης ποσότητας αποθέματος, εκτός εάν η αντίστοιχη δυνατότητα προβλέπεται από την πραγματική διαδικασία του καταστήματος ή τη συμφωνία που έχει συναφθεί με τον Πελάτη.
Εάν μετά την υποβολή παραγγελίας διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένο προϊόν δεν είναι διαθέσιμο, ο Πωλητής οφείλει να ενημερώσει τον Πελάτη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να εξετάσει τη δυνατότητα εκτέλεσης της συναλλαγής σύμφωνα με τους συμφωνημένους όρους και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η έλλειψη αποθέματος δεν παρέχει γενικό δικαίωμα μονομερούς αντικατάστασης του προϊόντος, αυθαίρετης μεταβολής της συμφωνημένης τιμής ή απεριόριστης παράτασης του χρόνου παράδοσης. Οι σχετικές συνέπειες καθορίζονται από το στάδιο σύναψης της σύμβασης, την πραγματική αιτία της αδυναμίας εκτέλεσης και τα νόμιμα δικαιώματα του Πελάτη.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με την παραπλανητική παρουσίαση της διαθεσιμότητας προϊόντων, και άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄ και 18 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση και την παράδοση αγαθών.
187. Διαφορετικές εκδόσεις, τύποι και παραλλαγές του ίδιου προϊόντος
Όταν ένα προϊόν διατίθεται σε περισσότερες από μία εκδόσεις, οι διαφορές που αφορούν το μέγεθος, την ποσότητα, τη συσκευασία, τα υλικά, τη λειτουργία ή άλλα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πρέπει να παρουσιάζονται με τρόπο που επιτρέπει στον Πελάτη να επιλέγει τη συγκεκριμένη έκδοση που επιθυμεί να αγοράσει.
Η χρήση κοινής εμπορικής ονομασίας ή η υπαγωγή περισσότερων εκδόσεων στην ίδια οικογένεια προϊόντων δεν συνεπάγεται ότι οι διαφορετικές εκδόσεις είναι αυτομάτως ισοδύναμες για τους σκοπούς της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Ενδεικτικά, διαφορετικές συσκευασίες του ίδιου τύπου χαρτιού, που περιλαμβάνουν διαφορετικό αριθμό φύλλων ή βιβλιαρίων, πρέπει να διακρίνονται κατάλληλα στην εμπορική παρουσίαση και στην καταχώριση της παραγγελίας.
Ο Πωλητής υποχρεούται να παραδίδει την έκδοση που συμφωνήθηκε με τον Πελάτη, εκτός εάν πραγματοποιηθεί νόμιμη και κατάλληλα τεκμηριωμένη τροποποίηση της σύμβασης.
Η παράδοση άλλης έκδοσης, ακόμη και όταν αυτή ανήκει στην ίδια μάρκα ή εμπορική οικογένεια, εξετάζεται με βάση τη συμφωνία και τα πραγματικά χαρακτηριστικά των αγαθών.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5 και 6 της Οδηγίας 2019/771/ΕΕ, σχετικά με την υποχρέωση παράδοσης αγαθών που ανταποκρίνονται στην περιγραφή, το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα και στα λοιπά συμφωνημένα χαρακτηριστικά.
188. Επικίνδυνα προϊόντα και προσωρινή αναστολή εμπορικής διάθεσης
Όταν προκύπτουν αξιόπιστα στοιχεία ότι συγκεκριμένο προϊόν ενδέχεται να παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών, ο Πωλητής οφείλει να εξετάζει το περιστατικό και να λαμβάνει τα μέτρα που επιβάλλονται από τη φύση του κινδύνου και τις εφαρμοστέες νόμιμες υποχρεώσεις.
Η προσωρινή αναστολή διάθεσης μπορεί να αφορά συγκεκριμένο προϊόν, παρτίδα ή σειρά αγαθών, όταν τα διαθέσιμα στοιχεία συνδέουν τον αναφερόμενο κίνδυνο με τα συγκεκριμένα προϊόντα.
Ο Πωλητής μεριμνά ώστε η αξιολόγηση να πραγματοποιείται με βάση την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος, τα διαθέσιμα στοιχεία του κατασκευαστή ή του προμηθευτή και τις σχετικές πληροφορίες των αρμόδιων αρχών.
Η ύπαρξη αναφοράς για συγκεκριμένη παρτίδα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλα τα προϊόντα της ίδιας εμπορικής μάρκας παρουσιάζουν τον ίδιο κίνδυνο. Η έκταση των απαιτούμενων μέτρων καθορίζεται από τα πραγματικά δεδομένα και τις εφαρμοστέες οδηγίες ή αποφάσεις.
Όταν ο Πωλητής έχει ήδη διαθέσει επηρεαζόμενα προϊόντα, εξετάζει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των αγοραστών, συνεργασίας με τους αρμόδιους οικονομικούς φορείς και γνωστοποίησης στις αρχές που προβλέπονται για τον πραγματικό του ρόλο.
Οι διαδικασίες αυτές δεν υποκαθιστούν ούτε περιορίζουν τα νόμιμα δικαιώματα των Πελατών που έχουν αγοράσει επικίνδυνα ή μη συμμορφούμενα αγαθά.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 5, 9, 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/988, σχετικά με τη γενική απαίτηση ασφάλειας και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων.
189. Επιλογή μεταφορέα επιστροφής και διαδικασία αποστολής των επιστρεφόμενων προϊόντων
Ο καταναλωτής δύναται να επιστρέφει τα αγαθά που αποτελούν αντικείμενο νόμιμης υπαναχώρησης σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις κατάλληλες πρακτικές πληροφορίες που παρέχει ο Πωλητής.
Η επιχείρηση μπορεί να προσφέρει συγκεκριμένη υπηρεσία επιστροφής, να παρέχει ετικέτα αποστολής ή να οργανώνει τη διαδικασία παραλαβής των αγαθών, εφόσον η σχετική υπηρεσία ανταποκρίνεται στους πραγματικούς όρους της συναλλαγής.
Όταν ο Πωλητής παρέχει προαιρετική υπηρεσία επιστροφής, η ύπαρξη της υπηρεσίας αυτής δεν πρέπει να δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι ο καταναλωτής στερείται κάθε άλλου νόμιμου τρόπου επιστροφής.
Η επιχείρηση μπορεί να παρέχει οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη συσκευασία, την αναγνώριση της παραγγελίας και τα αναγκαία στοιχεία παράδοσης, χωρίς να επιβάλλει δυσανάλογες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται νόμιμα.
Εφόσον ο καταναλωτής επιλέξει διαφορετική υπηρεσία μεταφοράς, οι σχετικές συνέπειες εξετάζονται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις και την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Ο Πωλητής δεν δύναται να αρνείται αυθαίρετα την εφαρμογή του νόμιμου δικαιώματος υπαναχώρησης αποκλειστικά λόγω μη χρήσης συγκεκριμένου μεταφορέα, όταν η σχετική απαίτηση δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση άσκησης του δικαιώματος.
Η δυνατότητα του Πωλητή να αναμένει την παραλαβή των αγαθών ή την προσκόμιση αποδεικτικού αποστολής πριν από την επιστροφή χρημάτων εφαρμόζεται σύμφωνα με τους ειδικούς περιορισμούς του άρθρου 13 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 13 παράγραφος 3 και 14 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
190. Ανακριβής διεύθυνση, ελλιπή στοιχεία παράδοσης και κατανομή ευθύνης
Ο Πελάτης οφείλει να παρέχει τα αναγκαία και ακριβή στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση της συμφωνημένης παράδοσης.
Όταν τα στοιχεία που παρέχονται κατά τη διαδικασία παραγγελίας είναι ελλιπή ή εμφανώς ανακριβή, ο Πωλητής δύναται να επικοινωνεί με τον Πελάτη προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αναγκαία διευκρίνιση πριν από την εκτέλεση της αποστολής.
Εάν η παράδοση δεν πραγματοποιηθεί λόγω ανακριβών στοιχείων που παρείχε ο Πελάτης, οι σχετικές συνέπειες εξετάζονται σύμφωνα με την πραγματική αιτία του περιστατικού και τους εφαρμοστέους συμβατικούς κανόνες.
Η ύπαρξη σφάλματος στη διεύθυνση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πελάτης αναλαμβάνει κάθε κίνδυνο απώλειας ή φθοράς των αγαθών ανεξαρτήτως των ενεργειών του Πωλητή και του μεταφορέα.
Όταν το πρόβλημα συνδέεται με λανθασμένη μεταφορά των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του καταστήματος ή με πλημμελή εκτέλεση της αποστολής, η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει τη δική της συμβατική ευθύνη.
Εφόσον απαιτείται νέα αποστολή, η δυνατότητα επιβολής πρόσθετων εξόδων αξιολογείται σύμφωνα με την πραγματική αιτία της ανεπιτυχούς παράδοσης και τις νόμιμα γνωστοποιημένες συμβατικές προϋποθέσεις.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει μονομερώς οποιαδήποτε πρόσθετη επιβάρυνση χωρίς νόμιμη ή συμβατική αιτία.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο ζ΄, 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σε συνδυασμό με τους εφαρμοστέους κανόνες του εθνικού συμβατικού δικαίου.
191. Αμφισβήτηση πληρωμής, διερεύνηση οικονομικής συναλλαγής και διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων
Ο Πελάτης δύναται να αμφισβητήσει συγκεκριμένη συναλλαγή πληρωμής σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και τους εφαρμοστέους όρους της αντίστοιχης υπηρεσίας πληρωμών.
Η αμφισβήτηση μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενη μη εξουσιοδοτημένη χρήση μέσου πληρωμής, εσφαλμένη χρέωση, αμφισβήτηση του ποσού ή άλλο πραγματικό περιστατικό που συνδέεται με την εκτέλεση της οικονομικής συναλλαγής.
Ο Πωλητής δύναται να συγκεντρώνει και να διατηρεί τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την τεκμηρίωση της συγκεκριμένης εμπορικής συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων της παραγγελίας, των συμφωνημένων προϊόντων, του πραγματικού ποσού πληρωμής, της κατάστασης αποστολής και των νόμιμα διαθέσιμων πληροφοριών παράδοσης.
Τα στοιχεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη συνεργασία με τον αρμόδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και για την υποστήριξη της νόμιμης θέσης της επιχείρησης σε διαδικασία αμφισβήτησης, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις και τις δυνατότητες που παρέχει το εφαρμοστέο πλαίσιο.
Η ύπαρξη καταχωρισμένης παραγγελίας ή επιτυχούς ηλεκτρονικής ταυτοποίησης δεν αποτελεί αυτομάτως αμάχητη απόδειξη ότι κάθε αμφισβητούμενη συναλλαγή πραγματοποιήθηκε νόμιμα ή ότι ο Πελάτης ενήργησε με δόλο.
Όταν αμφισβητείται η εξουσιοδότηση ή η ορθή εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής, εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες απόδειξης και ευθύνης των αντίστοιχων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς η παρούσα συμβατική πρόβλεψη να μεταβάλλει την υποχρεωτική κατανομή του βάρους απόδειξης που προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Ο Πωλητής δεν δύναται να θεωρεί ότι η υποβολή νόμιμου αιτήματος αμφισβήτησης πληρωμής συνιστά από μόνη της κακόβουλη ή παράνομη συμπεριφορά του Πελάτη. Αντίστοιχα, η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα νόμιμης τεκμηρίωσης των πραγματικών περιστατικών και άσκησης των δικαιωμάτων της όταν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία αβάσιμης ή δόλιας απαίτησης.
Η επεξεργασία και διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων, τις πραγματικές ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας και τις νόμιμες υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων φορέων.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 71–74 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 σχετικά με την αμφισβήτηση, την απόδειξη εξουσιοδότησης και την ευθύνη για μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές πληρωμής. Άρθρα 5, 6 και 32 του ΓΚΠΔ σχετικά με τη νόμιμη επεξεργασία και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων.
192. Επιβεβαίωση προμηθευτή πριν από την ανάληψη μεγάλης εμπορικής υποχρέωσης
Πριν από την ανάληψη σημαντικής δεσμευτικής υποχρέωσης παράδοσης μεγάλης ποσότητας προϊόντων σε επαγγελματία αγοραστή, ο Πωλητής δύναται να πραγματοποιεί ειδική διαδικασία επιβεβαίωσης της πραγματικής διαθεσιμότητας των αγαθών και των αντίστοιχων εμπορικών όρων του προμηθευτή.
Η επιβεβαίωση μπορεί να περιλαμβάνει την ποσότητα, την τιμή προμήθειας, την έκδοση των προϊόντων, τον χρόνο διαθεσιμότητας, τις συνθήκες μεταφοράς και τις λοιπές παραμέτρους που επηρεάζουν ουσιωδώς την εκτέλεση της συναλλαγής.
Ο Πωλητής δύναται να διατηρεί τη σχετική εμπορική επικοινωνία και τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τις πληροφορίες βάσει των οποίων ανέλαβε τη συγκεκριμένη υποχρέωση.
Η ύπαρξη επιβεβαίωσης προμηθευτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Πωλητής απαλλάσσεται από τη δική του ευθύνη εάν ο προμηθευτής δεν εκπληρώσει μεταγενέστερα τις υποχρεώσεις του.
Η διαδικασία αυτή αποτελεί μέτρο πρόληψης εμπορικού κινδύνου και οργάνωσης των επαγγελματικών συναλλαγών, χωρίς να δημιουργεί αυτοτελή περιορισμό των δικαιωμάτων του αγοραστή.
Νομοθετική βάση: Εφαρμοστέο εθνικό συμβατικό δίκαιο και άρθρα 30, 33 και 45 της CISG, όταν η Σύμβαση εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη διεθνή πώληση. Η απαίτηση προηγούμενης επιβεβαίωσης προμηθευτή αποτελεί συμβατική και οργανωτική διαδικασία και όχι γενική υποχρέωση που θεσπίζουν τα παραπάνω άρθρα.
193. Μεταβολές εμπορικών τιμών και εφαρμογή τους σε μελλοντικές συναλλαγές
Ο Πωλητής δύναται να αναθεωρεί τις εμπορικές τιμές των προϊόντων που προσφέρει προς πώληση, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες προμήθειας, τα έξοδα λειτουργίας, τη διαθεσιμότητα των αγαθών και άλλους νόμιμους εμπορικούς παράγοντες.
Οι μεταβολές των τιμών εφαρμόζονται στις μελλοντικές συναλλαγές σύμφωνα με τις πληροφορίες που εμφανίζονται στον ηλεκτρονικό κατάλογο και κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς.
Η δημοσίευση νέας τιμής δεν παρέχει στον Πωλητή γενικό δικαίωμα να αυξάνει μονομερώς το συμφωνημένο τίμημα σύμβασης που έχει ήδη συναφθεί.
Όταν η συναλλαγή δεν έχει ακόμη καταστεί δεσμευτική σύμφωνα με την πραγματική και νόμιμη διαδικασία σύναψης της σύμβασης, οι συνέπειες τυχόν μεταβολής της εμφανιζόμενης τιμής εξετάζονται σύμφωνα με το συγκεκριμένο στάδιο της παραγγελίας και τις πληροφορίες που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στον Πελάτη.
Η επιχείρηση οφείλει να οργανώνει τους μηχανισμούς ενημέρωσης του καταλόγου με τρόπο που περιορίζει τις ασυμφωνίες μεταξύ της τιμής που παρουσιάζεται στη σελίδα προϊόντος, του ηλεκτρονικού καλαθιού και της τελικής διαδικασίας πληρωμής.
Εάν διαπιστωθεί ασυμφωνία, ο Πωλητής εξετάζει τη συγκεκριμένη συναλλαγή και παρέχει την απαιτούμενη ενημέρωση στον Πελάτη, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε μεταγενέστερη διόρθωση του καταλόγου τροποποιεί αυτομάτως μια ήδη συναφθείσα σύμβαση.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄ και άρθρο 8 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με την τιμή και την ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής· άρθρα 3 και 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με την αντιμετώπιση καταχρηστικών συμβατικών όρων.
194. Προγραμματισμένη συντήρηση, αναβαθμίσεις και τεχνικές παρεμβάσεις
Ο Πωλητής δύναται να πραγματοποιεί ή να αναθέτει σε εξουσιοδοτημένους τεχνικούς παρόχους εργασίες συντήρησης, αναβάθμισης και αποκατάστασης της ηλεκτρονικής υποδομής του καταστήματος, όταν οι εργασίες αυτές είναι αναγκαίες για την ορθή λειτουργία, τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών ή την αντιμετώπιση τεχνικών και λειτουργικών προβλημάτων.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών ενδέχεται να περιορίζεται προσωρινά η πρόσβαση σε συγκεκριμένες λειτουργίες της ιστοσελίδας, όπως η αναζήτηση προϊόντων, η διαχείριση λογαριασμού ή η ολοκλήρωση νέων παραγγελιών.
Ο Πωλητής οργανώνει τις εργασίες με τρόπο που περιορίζει, κατά το εύλογα δυνατό, τον κίνδυνο απώλειας δεδομένων, διπλής καταχώρισης παραγγελιών, εσφαλμένης χρέωσης ή άλλης δυσλειτουργίας που θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι η συντήρηση ή η τεχνική παρέμβαση προκάλεσε συγκεκριμένο πρόβλημα σε υφιστάμενη παραγγελία, η επιχείρηση εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία και εφαρμόζει την κατάλληλη διαδικασία αποκατάστασης.
Οι εργασίες συντήρησης δεν παρέχουν γενικό δικαίωμα μονομερούς ακύρωσης συμβάσεων ή αποκλεισμού νόμιμων αξιώσεων των Πελατών.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 32 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, σχετικά με την ασφάλεια επεξεργασίας, τη διαθεσιμότητα και την αποκατάσταση της πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα· άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
195. Μεταβολές της νομοθεσίας και επικαιροποίηση των εμπορικών διαδικασιών
Η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές της νομοθεσίας που επηρεάζουν την εμπορία, την ασφάλεια, την επισήμανση, τη διαφήμιση, την ηλεκτρονική πώληση και τη διασυνοριακή αποστολή των προϊόντων που διαθέτει.
Οι μεταβολές αυτές μπορεί να αφορούν την έναρξη εφαρμογής νέου κανονισμού, την τροποποίηση εθνικής διάταξης, την εισαγωγή νέων υποχρεώσεων για συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών ή την εφαρμογή νόμιμου περιορισμού στη διάθεση προϊόντων σε συγκεκριμένη αγορά.
Ο Πωλητής οργανώνει τις εμπορικές και τεχνικές λειτουργίες του καταστήματος ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις μεταβολές που αφορούν πραγματικά τα προϊόντα και τις συναλλαγές του.
Όταν προκύπτει νέα υποχρεωτική απαίτηση που επηρεάζει την παρουσίαση ή τη διάθεση συγκεκριμένου προϊόντος, η επιχείρηση εξετάζει την αναγκαία τροποποίηση των αντίστοιχων πληροφοριών, διαδικασιών ή διαθέσιμων επιλογών παραγγελίας.
Η ύπαρξη παλαιότερης νομικής σελίδας ή εμπορικής περιγραφής δεν δικαιολογεί τη συνέχιση δραστηριότητας κατά παράβαση νεότερης δεσμευτικής διάταξης που έχει τεθεί σε εφαρμογή.
Οι αλλαγές στις δημόσιες νομικές σελίδες πρέπει να συμφωνούν με την πραγματική λειτουργία του καταστήματος και να μην εμφανίζονται ως ολοκληρωμένα μέτρα συμμόρφωσης όταν οι αντίστοιχες τεχνικές ή οργανωτικές διαδικασίες δεν έχουν πράγματι εφαρμοστεί.
Νομοθετική βάση: Οι εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, ιδίως ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988, η Οδηγία 2011/83/ΕΕ και οι ειδικές διατάξεις που αφορούν τις πραγματικές κατηγορίες προϊόντων του καταστήματος.
196. Έλεγχος του ηλεκτρονικού καλαθιού πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας
Πριν από την οριστική υποβολή της παραγγελίας, ο Πελάτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τα προϊόντα που έχει επιλέξει, τις αντίστοιχες ποσότητες, τις εφαρμοζόμενες τιμές και τις λοιπές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ορθή κατανόηση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η διαδικασία ολοκλήρωσης της αγοράς πρέπει να παρουσιάζει με σαφήνεια το συνολικό πληρωτέο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων φόρων και των πρόσθετων εξόδων που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία.
Εφόσον η παραγγελία περιλαμβάνει διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου προϊόντος ή περισσότερες εμπορικές μονάδες, η σχετική παρουσίαση πρέπει να επιτρέπει στον Πελάτη να διαπιστώνει την πραγματική ποσότητα και τα χαρακτηριστικά των αγαθών που πρόκειται να αγοράσει.
Η επιχείρηση μεριμνά ώστε τυχόν εφαρμοζόμενες εκπτώσεις, κουπόνια, έξοδα αποστολής και πρόσθετες προαιρετικές υπηρεσίες να εμφανίζονται με τρόπο που επιτρέπει τον έλεγχο του τελικού ποσού πριν από την ανάληψη της υποχρέωσης πληρωμής.
Όταν διαπιστώνεται ασυμφωνία μεταξύ του ηλεκτρονικού καλαθιού και της τελικής διαδικασίας πληρωμής, ο Πωλητής οφείλει να αντιμετωπίζει το περιστατικό σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία της συναλλαγής και τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις ενημέρωσης.
Η διαδικασία ελέγχου του καλαθιού δεν απαλλάσσει τον Πωλητή από την ευθύνη για εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες που παρέχει ο ίδιος σχετικά με τα προϊόντα και τους ουσιώδεις όρους της αγοράς.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 8 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρουσιάζονται σαφώς και εμφανώς αμέσως πριν από την υποβολή παραγγελίας που συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής· άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ.
197. Καθυστέρηση μεταφορέα και κατανομή των συμβατικών υποχρεώσεων
Εάν η εταιρεία μεταφοράς δεν πραγματοποιήσει την παράδοση εντός του αναμενόμενου χρόνου, ο Πωλητής δύναται να επικοινωνεί με τον αντίστοιχο μεταφορέα και να χρησιμοποιεί τις διαθέσιμες διαδικασίες εντοπισμού και διερεύνησης της αποστολής.
Η επιχείρηση μπορεί να ζητεί πληροφορίες σχετικά με την πραγματική θέση του δέματος, την αιτία της καθυστέρησης, την πιθανή ημερομηνία παράδοσης και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία είναι αναγκαία για τη διαχείριση της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Η καθυστέρηση ανεξάρτητου μεταφορέα δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον Πωλητή από την υποχρέωση παράδοσης που έχει αναλάβει έναντι του καταναλωτή.
Ο Πωλητής δεν δύναται να υποχρεώνει γενικά τον Πελάτη να απευθύνεται αποκλειστικά στην εταιρεία μεταφοράς για την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση αγοράς.
Εφόσον ο Πελάτης έχει αναθέσει αυτοτελώς τη μεταφορά σε μεταφορέα που δεν προσφέρθηκε ως επιλογή από τον Πωλητή, εξετάζεται η ειδική κατανομή του κινδύνου που προβλέπεται από το άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Η επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα να ασκεί τα δικά της νόμιμα ή συμβατικά δικαιώματα έναντι του μεταφορέα, όταν η καθυστέρηση συνδέεται με πλημμελή εκτέλεση της αντίστοιχης υπηρεσίας μεταφοράς.
Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν αναστέλλει αυτομάτως την εφαρμογή των υποχρεωτικών δικαιωμάτων του καταναλωτή λόγω μη έγκαιρης παράδοσης.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 18 και 20 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
198. Άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών και προϋποθέσεις επιβάρυνσης του καταναλωτή
Σε περίπτωση άσκησης του νόμιμου δικαιώματος υπαναχώρησης, ο καταναλωτής μπορεί να επιβαρύνεται με το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών μόνο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η επιβάρυνση αυτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο Πωλητής έχει παράσχει την απαιτούμενη προηγούμενη ενημέρωση σχετικά με την υποχρέωση του καταναλωτή να αναλάβει το συγκεκριμένο κόστος.
Εάν ο Πωλητής έχει συμφωνήσει να αναλάβει ο ίδιος τα έξοδα επιστροφής ή έχει παραλείψει να ενημερώσει τον καταναλωτή ότι θα επιβαρυνθεί με αυτά, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες ειδικές προβλέψεις του άρθρου 14 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
Ο Πωλητής δεν δύναται να επιβάλλει γενικό διοικητικό τέλος επιστροφής ή άλλη αυθαίρετη οικονομική επιβάρυνση αποκλειστικά λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης.
Όταν η επιστροφή συνδέεται με έλλειψη συμμόρφωσης του προϊόντος, η αντιμετώπιση του κόστους πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης έλλειψης.
Η επιχείρηση δεν δύναται να μετακυλίει στον καταναλωτή το κόστος που ο νόμος επιβάλλει στον Πωλητή για την παροχή νόμιμου μέσου αποκατάστασης λόγω έλλειψης συμμόρφωσης.
Οποιαδήποτε πρόσθετη εμπορική υπηρεσία επιστροφής που παρέχεται προαιρετικά πρέπει να διακρίνεται από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον νόμο.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 6 παράγραφος 1 στοιχείο θ΄ και 14 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Άρθρα 13 και 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 για τη δωρεάν αποκατάσταση της έλλειψης συμμόρφωσης.
199. Αντίγραφα ασφαλείας, αποκατάσταση πληροφοριακών συστημάτων και διατήρηση της ακεραιότητας δεδομένων
Ο Πωλητής οργανώνει κατάλληλες διαδικασίες προστασίας και αποκατάστασης των πληροφοριακών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση παραγγελιών, τη διαχείριση πληρωμών, την καταχώριση προϊόντων και την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Η επιχείρηση δύναται να δημιουργεί αντίγραφα ασφαλείας των αναγκαίων δεδομένων και να χρησιμοποιεί κατάλληλους μηχανισμούς αποθήκευσης, ελέγχου ακεραιότητας και αποκατάστασης των αντίστοιχων συστημάτων.
Οι διαδικασίες πρέπει να οργανώνονται σύμφωνα με τη φύση και τη σοβαρότητα των σχετικών κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διατήρησης της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των προσωπικών δεδομένων.
Η επιχείρηση οφείλει να εξετάζει κατάλληλα τη δυνατότητα αποκατάστασης των συστημάτων μετά από τεχνικό περιστατικό, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος απώλειας ουσιωδών δεδομένων συναλλαγών.
Η ύπαρξη αντιγράφων ασφαλείας δεν δικαιολογεί την απεριόριστη διατήρηση προσωπικών δεδομένων ούτε απαλλάσσει τον Πωλητή από τις υποχρεώσεις αντιμετώπισης περιστατικών ασφαλείας.
Νομοθετική βάση: Άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄ του ΓΚΠΔ σχετικά με την ασφάλεια, τη δυνατότητα αποκατάστασης και την τακτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων.
200. Προϊόντα τρίτων κατασκευαστών, εμπορικές μάρκες και ανεξάρτητη δραστηριότητα μεταπώλησης
Το ηλεκτρονικό κατάστημα δύναται να διαθέτει γνήσια προϊόντα τρίτων κατασκευαστών και να χρησιμοποιεί τις αντίστοιχες εμπορικές ονομασίες και τα σήματά τους στον βαθμό που η συγκεκριμένη χρήση επιτρέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Η αναφορά σε εμπορική μάρκα, λογότυπο ή συγκεκριμένη σειρά προϊόντων αποσκοπεί στην αναγνώριση και ορθή παρουσίαση των αγαθών που διατίθενται προς πώληση και δεν συνεπάγεται από μόνη της επίσημη συνεργασία, εμπορική αντιπροσώπευση, εξουσιοδοτημένη διανομή ή άλλη συμβατική σχέση με τον αντίστοιχο κατασκευαστή.
Ο Πωλητής δεν αποκτά δικαιώματα επί των εμπορικών σημάτων, των λογοτύπων ή άλλων προστατευόμενων στοιχείων τρίτων λόγω της νόμιμης αγοράς ή μεταπώλησης των προϊόντων τους.
Αντίστοιχα, η απουσία άμεσης συμβατικής συνεργασίας με συγκεκριμένο κατασκευαστή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε μεταπώληση γνήσιου προϊόντος του απαγορεύεται. Η νομιμότητα της συγκεκριμένης μεταπώλησης εξετάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στα εμπορικά σήματα, στην προέλευση των αγαθών, στη διάθεσή τους στην αγορά και στους τυχόν ειδικούς περιορισμούς της αντίστοιχης κατηγορίας.
Η επιχείρηση οφείλει να αποφεύγει εμπορικές δηλώσεις ή οπτικές παρουσιάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν παραπλανητική εντύπωση ότι αποτελεί επίσημο συνεργάτη ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο κατασκευαστή χωρίς να διαθέτει την αντίστοιχη ιδιότητα.
Οι πρωτότυπες φωτογραφίες, οι περιγραφές και το λοιπό δημιουργικό υλικό που παράγεται νόμιμα από την επιχείρηση ή χρησιμοποιείται κατόπιν έγκυρης άδειας διακρίνονται από τα δικαιώματα επί των εμπορικών σημάτων των προϊόντων που απεικονίζουν.
Νομοθετική βάση: Άρθρα 14 και 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001, σχετικά με τη νόμιμη χρήση σημάτων για την αναγνώριση προϊόντων και την εξάντληση του δικαιώματος επί του σήματος· άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ΄ της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, σχετικά με παραπλανητικές δηλώσεις εμπορικής έγκρισης ή συνεργασίας.